Διεύθυνση


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΙ & ΑΓΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΙ & ΑΓΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Μαΐου 2025

Άγιος Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης, Ο Άγιος ως πνευματικός



Η αγάπη του τον έκανε ξακουστό, ώστε σε λίγο να μην άδειαζε ποτέ ο πάγκος, έξω από το εξομολογητήριό του, από κόσμο, που ώρες περίμενε υπομονετικά τη σειρά του.

Κόσμος πολύς ερχόταν να του εμπιστευτή τους πόνους του. Όσο αυστηρός ήταν για τον εαυτό του, τόσο επιεικής ήταν για τους άλλους.

Ο π. Ιερώνυμος [Άγιος Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης] αναδείχτηκε, κυρίως, πνευματικός πατήρ ενός μεγάλου πλήθους πληγωμένου από την αμαρτία. Στάθηκε φιλόστοργος Ιατρός, επιμελητής ψυχών άριστος, φίλος που συμπονούσε στις ήττες και συνευφραινόταν στη χαρά της νίκης, διακριτικός οδηγός, προσεκτικός σύμβουλος, ακάματος, ήρεμος και γλυκύς.

Τα πρώτα χρόνια εξομολογούσε όρθιος. Άρχιζε μετά τη λειτουργία και τελείωνε πολλές φορές τα μεσάνυχτα. Συχνά, για να κερδίση χρόνο, έτρωγε ή διάβαζε επιστολές και εξομολογούσε.

Οι απαντήσεις του κάθε φορά έδειχναν όμως πόσο πρόσεχε. Δεν βιαζότανε ποτέ, παρά τ’ ότι πολλοί τον περίμεναν. Ακόμη κι όταν ήταν άρρωστος. «Λέγετε, έλεγε, αφήστε τους άλλους να περιμένουν. Εγώ εσάς θέλω να ακούσω».

Έβλεπε τις ψυχές σαν ανοιχτό βιβλίο. Είχε καταπληκτική γνώση της ανθρώπινης ψυχής. Έγραφε σ’ επιστολη του: «Όλα οφείλει να γνωρίζη ο αγαπών τα τέκνα του πνευματικός πατήρ, διά να εύκολύνη και οικονομή την σωτηρίαν των μετά διακρίσεως και φρονήσεως πολλής και συνέσεως μεγάλης και φόβου Θεού και συνειδήσεως αγαθής, διότι όταν αυτά δεν έχη, ο πνευματικός πατήρ, όχι μόνον δεν σώζει, αλλά και καταστρέφει τας ψυχάς.

Απλή προσωπική επίσκεψις δεν είναι αρκετή, απαιτείται και επιμέλεια μεγάλη να εξακριβώση και τας πληγάς και τας αιτίας των πληγών διά να θεραπεύση και να απαλλάξη από την νόσον την ψυχήν. Καθώς εκάστη ψυχή έχει ιδίαν κατάστασιν, τοιουτοτρόπως απαιτείται και ο ιδιαίτερος τρόπος της σωτηρίας της… Καθώς όλαι αι ασθένειαι δεν θεραπεύονται κατά τον αυτόν τρόπον και αμέσως, τοιουτοτρόπως και η οικονομία των ψυχών γίνεται διαφοροτρόπως»»»,

Αλλού έγραφε: «Μαζί με την χάριν του Αγίου Πνεύματος απαιτείται και η πρακτική επιστήμη του πνευματικού και η άλλη ακόμη χάρις, η οποία δωρείται παρά Θεού ως ιδιαίτερον τάλαντον, το οποίον ως χάρισμα εχάρισεν ο Θεός εις τον αγαθόν και πιστόν δούλον του των ταλάντων»,

Σπανίως έκανε ερωτήσεις στους εξομολογουμένους. Όταν τον ρωτούσαν γιατί δεν τους βοηθάει μ’ ερωτήσεις, τους απαντούσε· «Δεν θέλω να σας βάλω σε αμαρτίες που δεν σκεφθήκατε. Ο καθένας γνωρίζει καλά τι έχει και τι τον βαραίνει».

Πριν την εξομολόγηση κάτι θα σε κερνούσε, θα χαμογέλαγε, θα ρωτούσε για την εργασία σου και μετά θα φόραγε το πετραχήλι του.

Διηγείται καθηγητής· «Σαν φοιτητής, τα απογεύματα πήγαινα στην Ανάληψη. Πάντα φορούσε ο Γέροντας χαμηλό καλογερικό σκουφάκι. Το κελλί του ήταν απλό. Καθότανε, δίπλα σε ένα κομοδίνο, σε μία πολυθρόνα μεγάλη. Είχε αρκετές εικόνες στους τοίχους και ένα καντήλι ακοίμητο. Πάντα κάτι θα μας προσέφερε, Θυμάμαι αυτή την στιγμή, από ένα μήλο. Μας δεχότανε με πολύ αγάπη. Δεν άρχιζε αμέσως την εξομολόγηση. Θα μας ρωτούσε για τα μαθήματα. Τι ωραίο το τότε περιβάλλον της Αναλήψεως! Γύρω στο τέλος της τέταρτης δεκαετηρίδος του αιώνος μας. Στο κελλί του ξεχώριζε η η επιγραφή: Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν. Ήθελε να μας εισαγάγη στο υψηλότερο και πνευματι κότερο περιεχόμενο της λατρείας».

Άλλος καθηγητής γράφει: «Πολλάκις ανέμενον επί ώρας διά να με δεχθή, διά το πλήθος των αναμενόντων προς εξομολόγησιν. Εξωμολόγει τους εις αυτόν προσφεύγοντας από πρωίας μέχρι βαθείας νυκτός και παρά τον κόπον τον οποίον υφίστατο καθ’ ημέραν εκ της πολυώρου νυκτερινής και πρωινής ακολουθίας, εκ του πλήθους των εξομολογουμένων ίστατο επί της επάλξεως αγωνιζόμενος προς διάσωσιν των ηγαπημένων του Θεού από τας χείρας του Βελίαρ.

Πολλάκις τον εγκατέλειπον αι σωματικαί του δυνάμεις διότι παρά την απέραντον διάθεσίν του προς εξυπηρέτησιν του τόσου πλήθους ανθρώπων εκάμπτετο υπό της κοπώσεως, έγειρε επ’ ολίγον την κεφαλήν επί του στήθους, επανελάμβανε δύναμιν τινά και εξηκολούθει το εξομολογητικόν του έργον.

Προσωπικώς υπέφερα διότι δεν ηδυνάμην να βοηθήσω τον Γέροντα και έλεγα εις εαυτόν, ότι δεν θα επανέλθω πλησίον του, παρά αφού περάση πολύς χρόνος διά να μη τον επιφορτίζω επί πλέον. Όμως, το τότε ελκυστικότατον περιβάλλον της Αναλήψεως, η έφεσις προς εξομολόγησιν, με έφερε πλησίον του. Τοσαύτην δε επιρροήν εξήσκει επ’ εμέ, λόγω της αγιότητός του, εις τρόπον ώστε έφευγον χύνων κρουνούς δακρύων, συγκρίνων την ιδικήν του αγιότητα με την ιδικήν μου αναξιότητα».

Άκουγε με προσοχή τις εξομολογήσεις και στο τέλος απαντούσε. Μερικές φορές έκανε πως κοιμόταν ή έκλεινε τα μάτια του από την κόπωση ή ήθελε να συγκεντρωθή, να εντείνη την προσοχή του, να δώση άνεση στον εξομολογούμενο, να μη τον κυττά στα μάτια.

Κάτι παρόμοιο διηγούνται και για τον πνευματοφόρο αγιορείτη παπα-Σάββα τον πνευματικό. Έψαχνε να βρη τρόπους να βοηθήση τα αγαπημένα του τέκνα. «Λέγετε, ακούω», έλεγε με κλειστά μάτια.

Ο Άγιος Ιερώνυμος τιμάται στις 9 Μαΐου.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη, «Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης, ο Γέρων της «Αναλήψεως», έκδοση Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρα, Άγιον Όρος.

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2024

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ-8 ΔΙΔΑΧΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ΜΑΣ ΦΕΡΟΥΝ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ

 1. Η Δύναμη της Προσευχής

Η προσευχή κατέχει κεντρική θέση στις διδασκαλίες του Αγίου Παϊσίου. Υποστήριζε ότι η προσευχή είναι η γέφυρα που μας συνδέει με τον Θεό και η πηγή κάθε πνευματικής δύναμης. Ο Άγιος Παΐσιος προέτρεπε τους πιστούς να προσεύχονται αδιάλειπτα και με ταπεινοφροσύνη, τονίζοντας ότι η προσευχή μπορεί να φέρει θαύματα και να θεραπεύσει τις ψυχικές και σωματικές μας πληγές. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Η προσευχή είναι το οξυγόνο της ψυχής».

2. Ταπείνωση και Αγάπη

Η ταπείνωση και η αγάπη είναι δύο αρετές που ο Άγιος Παΐσιος θεωρούσε θεμελιώδεις για την πνευματική ζωή. Δίδασκε ότι η αληθινή ταπείνωση δεν είναι μόνο η αποφυγή της υπερηφάνειας, αλλά και η αποδοχή των αδυναμιών μας με ευγνωμοσύνη και η εμπιστοσύνη στη χάρη του Θεού. Όσον αφορά την αγάπη, τόνιζε ότι πρέπει να αγαπάμε όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από τις πράξεις ή τα ελαττώματά τους, γιατί κάθε άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού. «Η αγάπη είναι το θεμέλιο της πνευματικής ζωής», έλεγε συχνά.

3. Υπομονή και Πίστη στις Δοκιμασίες

Ο Άγιος Παΐσιος δίδασκε ότι οι δοκιμασίες είναι αναπόφευκτο μέρος της ζωής και ότι πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε με υπομονή και πίστη. Υποστήριζε ότι οι δοκιμασίες μας βοηθούν να ενδυναμώσουμε την πίστη μας και να πλησιάσουμε πιο κοντά στον Θεό. Έλεγε ότι μέσα από τις δοκιμασίες, ο Θεός μας δίνει την ευκαιρία να αναπτύξουμε τις αρετές μας και να γίνουμε πιο ταπεινοί και ευγνώμονες. «Ο Θεός δεν μας δίνει ποτέ σταυρό μεγαλύτερο από αυτόν που μπορούμε να σηκώσουμε», συνήθιζε να λέει.

4. Εμπιστοσύνη στη Θεία Πρόνοια

Μια από τις πιο παρηγορητικές διδαχές του Αγίου Παϊσίου ήταν η εμπιστοσύνη στη Θεία Πρόνοια. Ο Άγιος Παΐσιος πίστευε βαθιά ότι ο Θεός έχει ένα σχέδιο για κάθε άνθρωπο και ότι πρέπει να εμπιστευόμαστε τη θεία βούληση, ακόμη και όταν δεν κατανοούμε πλήρως τα γεγονότα που συμβαίνουν στη ζωή μας. Υποστήριζε ότι η εμπιστοσύνη στον Θεό μας απαλλάσσει από το άγχος και μας δίνει ειρήνη. «Ο Θεός φροντίζει για τα πάντα, εμείς πρέπει απλά να κάνουμε το καθήκον μας και να Τον εμπιστευόμαστε», έλεγε.

5. Εσωτερική Ειρήνη και Νηφαλιότητα

Ο Άγιος Παΐσιος δίδασκε ότι η εσωτερική ειρήνη και η νηφαλιότητα είναι αναγκαία για την πνευματική πρόοδο. Πίστευε ότι η ησυχία της καρδιάς και του νου μας επιτρέπει να ακούσουμε τη φωνή του Θεού και να λάβουμε την καθοδήγησή Του. Υποστήριζε ότι πρέπει να αποφεύγουμε την ταραχή και τις αγωνίες του κόσμου και να καλλιεργούμε την εσωτερική γαλήνη μέσω της προσευχής και της πνευματικής μελέτης. «Η ησυχία είναι η σχολή των αγίων», έλεγε.

6. Ευσπλαχνία και Συγχωρητικότητα

Η ευσπλαχνία και η συγχωρητικότητα ήταν επίσης κεντρικές στις διδαχές του Αγίου Παϊσίου. Τόνιζε ότι πρέπει να δείχνουμε ευσπλαχνία προς όλους, ιδίως προς τους αμαρτωλούς και τους καταπιεσμένους, και να συγχωρούμε όσους μας έχουν βλάψει. Έλεγε ότι η συγχωρητικότητα μας απελευθερώνει από το βάρος της μνησικακίας και μας φέρνει πιο κοντά στον Θεό. «Όπως ο Θεός μας συγχωρεί τα αμαρτήματα, έτσι πρέπει κι εμείς να συγχωρούμε τους άλλους», δίδασκε.

7. Ζωή με Απλότητα

Ο Άγιος Παΐσιος προέτρεπε τους πιστούς να ζουν με απλότητα και να αποφεύγουν τις υπερβολές και την υλική ευδαιμονία. Πίστευε ότι η απλότητα στη ζωή μας βοηθά να επικεντρωθούμε στα πνευματικά και να αποφεύγουμε τις πλάνες του κόσμου. Υποστήριζε ότι η πραγματική ευτυχία βρίσκεται στην πνευματική ζωή και όχι στην υλική ευμάρεια. «Η απλότητα φέρνει ειρήνη στην ψυχή», έλεγε.

8. Σχέση με την Φύση

Ο Άγιος Παΐσιος αγαπούσε και σεβόταν τη φύση, βλέποντάς την ως δημιουργία του Θεού και ως πηγή πνευματικής έμπνευσης. Τόνιζε την ανάγκη να ζούμε αρμονικά με το περιβάλλον και να σεβόμαστε όλα τα δημιουργήματα του Θεού. Υποστήριζε ότι η φύση μας βοηθά να ανακαλύψουμε την ομορφιά της δημιουργίας και να πλησιάσουμε τον Δημιουργό.

Συμπεράσματα

Οι διδαχές του Αγίου Παϊσίου Αγιορείτη αποτελούν ένα ανεκτίμητο πνευματικό θησαυρό για την Ορθόδοξη Εκκλησία και τους πιστούς. Οι συμβουλές και οι διδασκαλίες του, γεμάτες αγάπη, ταπείνωση και πίστη, συνεχίζουν να εμπνέουν και να καθοδηγούν ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Μέσα από την προσευχή, την ταπείνωση, την υπομονή στις δοκιμασίες, την εμπιστοσύνη στη Θεία Πρόνοια, την εσωτερική ειρήνη, την ευσπλαχνία, την απλότητα και την αγάπη προς τη φύση, ο Άγιος Παΐσιος μας δείχνει τον δρόμο προς την πνευματική ολοκλήρωση και την αληθινή ευτυχία.



Πέμπτη 23 Μαΐου 2024

ΟΤΑΝ Η ΤΑΠΕΊΝΩΣΗ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΤΑΠΕΊΝΩΣΗ

 

Αυτό είναι το εκκλησάκι του Αγίου Γερασίμου στο κτίριο της πολυκλινικής Αθηνών στην Ομόνοια, όπου επί 33 ολόκληρα χρόνια υπηρέτησε ως εφημέριος ο ιερομόναχος τότε πατήρ Πορφύριος. Λέγεται ότι κάποτε ο πατήρ Ευμένιος Σαριδάκης
πήγε να τον συναντήσει. Οταν τελείωσε η λειτουργία βρήκε τον πατέρα Πορφύριο και του λέει...
--Εσύ θα πρέπει να είσαι Άγιος...
--Γιατί το λες πάτερ Ευμένιε ;
-- Γιατί όταν λειτουργούσες είδα αγγέλους να μπαίνουν στην εκκλησία και να σε υπηρετούν στην Αγία Τράπεζα.
-- Τότε μάλλον εσύ είσαι Άγιος που τα βλέπεις..... του είπε ο πατήρ Πορφύριος
Τελικά ήταν και οι δύο Άγιοι, μόνο που κανένας τους δεν το παραδεχόταν για τον εαυτό του.


Τετάρτη 22 Μαΐου 2024

Άγιος Νικόδημος ο Μυροφόρος και κρυφός μαθητής του Κυρίου

 Μια από τις πλέον εμβληματικές και συμπαθείς μορφές της Καινής Διαθήκης είναι και ο άγιος Νικόδημος, ο κρυφός μαθητής του Κυρίου και φροντιστής Του κατά την ταφή Του, ο οποίος, με τον άγιο Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, αποκαθήλωσαν, φρόντισαν, μύρωσαν και ενταφίασαν το άχραντο σώμα Του.Ήταν Ιουδαίος και είχε ευγενή και πλούσια καταγωγή, και για τούτο αναδείχτηκε «άρχων των Ιουδαίων», ήτοι: λαϊκό μέλος του Μεγάλου Συνεδρίου, το οποίο κυβερνούσε και λάμβανε τις μεγάλες αποφάσεις για τον ιουδαϊκό λαό, έχοντας διοικητικές, δικαστικές, νομοθετικές και θρησκευτικές αρμοδιότητες.

Επίσης αυτό ασκούσε φορολογικά καθήκοντα και νομοθετούσε για θέματα αστικού και ποινικού δικαίου.Δίκαζε υποθέσεις αστικής και ποινικής φύσεως, όπως μοιχεία, αποστασία πόλεως, περί ψευδοπροφητών και βλάσφημων, όπως επίσης αποφαινόταν αμετάκλητα σε ζητήματα νομικά, επί των οποίων διαφωνούσαν τα τοπικά Ιουδαϊκά δικαστήρια (βλ. Ματθ.26,65. Ιωαν.19,7, κλπ).

Οι κατακτητές Ρωμαίοι, για τους δικούς τους λόγους, διατήρησαν τη λειτουργία του, αλλά είχαν τον έλεγχο σε αυτό, μέσω των Σαδδουκαίων, οι οποίοι είχαν συνταυτιστεί με αυτούς.Ως μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου αναδεικνύονταν άνδρες με ευγενή και επιφανή καταγωγή, οικονομική επιφάνεια και μόρφωση.Φαίνεται πως με αυτές τις προϋποθέσεις ανήλθε στο υψηλό αυτό αξίωμα και ο Νικόδημος.Ως προς την θρησκευτική του ταυτότητα ανήκε στην ομάδα των αυστηρών θρησκευόμενων, αυτή των Φαρισαίων.Μάλιστα αναφέρεται ότι ήταν ενταγμένος σε μια μεγάλη ομάδα ένθερμων Ιουδαίων, οι οποίοι διακατέχονταν από εθνικιστικές αντιλήψεις και καλλιεργούσαν έντονα την προσδοκία της ελεύσεως του Μεσσία.Επίσης ήταν και διαπρεπής νομικός, δηλαδή δάσκαλος και ερμηνευτής του μωσαϊκού νόμου, ο οποίος όριζε την καθημερινή ζωή των Ιουδαίων και τους κανόνες διακυβέρνησης από το Μεγάλο Συνέδριο.

Το όνομά του ήταν συνηθισμένο στους Έλληνες και τους ελληνιστές, δηλαδή σε εκείνους που δεν είχαν ελληνική καταγωγή, αλλά είχαν υιοθετήσει τον ελληνικό πολιτισμό και τον ελληνικό τρόπο ζωής, ο οποίος όριζε την εποχή εκείνη τον πολιτισμένο και εκλεπτυσμένο άνθρωπο.Κάποιοι υποστηρίζουν ότι το όνομά του είναι ο εξελληνισμένος τύπος του εβραϊκού ονόματος Νακδαμόν (Nakdam, Nakdimon).Η επικρατούσα άποψη είναι ότι ο ίδιος, ως μορφωμένος άνδρας, υιοθέτησε την ελληνική κουλτούρα και έλαβε το ελληνικό όνομα Νικόδημος, που σημαίνει την νίκη του δήμου, του λαού.

Τον Νικόδημο αναφέρει μόνον ο ευαγγελιστής Ιωάννης, εξιστορώντας την μεγάλη επίδραση που άσκησε η διδασκαλία του Ιησού σε κάποιους, δυστυχώς ελάχιστους, Ιουδαίους αξιωματούχους.Περιγράφει με γλαφυρότητα την πρώτη συνάντηση του Κυρίου με τον βουλευτή Νικόδημο, (Ιωάν.19,39).Συναντήθηκαν κρυφά τη νύχτα, όχι προφανώς από φόβο, άλλωστε διαφαίνεται από τα ιερά κείμενα ότι ήταν θαρραλέος και ριψοκίνδυνος, αλλά από συνήθεια, διότι στην νυκτερινή ησυχία είναι ευκολότερη η κατανόηση υψηλών εννοιών.

Το ανήσυχο και ερευνητικό πνεύμα του Νικοδήμου σαγηνεύτηκε από την πρωτόγνωρη διδασκαλία του Ιησού, η οποία δεν είχε καμιά σχέση με τις ανιαρές ραβινικές ερμηνείες του μωσαϊκού νόμου, ο οποίος είχε γίνει την εποχή εκείνη τυραννικός για τους Ιουδαίους.Από το στόμα του Μεγάλου Δασκάλου άκουσε για πρώτη φορά για «αναγέννηση», ως τον μόνο δρόμο για την Βασιλεία των Ουρανών.Στην αρχή δεν κατάλαβε ο Νικόδημος και νόμιζε ότι μιλούσε για μια νέα σωματική γέννηση, αλλά στη συνέχεια της, υψηλής σε σωτήρια νοήματα, συζήτησης, κατανόησε ότι πρόκειται για την πνευματική αναγέννηση, με το άγιο Βάπτισμα και την αναγεννητική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος.

Ο Νικόδημος δεν εξέφρασε καμιά αμφιβολία για τα μεγάλα αυτά και σωτήρια διδάγματα του Ιησού, παρά μόνο εξέφρασε την έκπληξή του (Ιωαν.3,9). Μετά από αυτό, ενθουσιάστηκε και εντάχτηκε στην ευρύτερη ομάδα του Κυρίου.Ο μορφωμένος Νικόδημος άκουσε για πρώτη φορά πως όλοι οι άνθρωποι είναι παιδιά του Θεού και προορισμένοι για τη σωτηρία.Ως φαρισαίος είχες τη στρεβλή αντίληψη ότι μόνον οι Ιουδαίοι είναι οι «ευλογημένοι του Θεού», ότι «ο Θεός ανήκει μόνο στους Ιουδαίους», ότι «μόνον αυτοί προορίζονται να σωθούν και να γίνουν οι κυβερνήτες του κόσμου», κάτι που τον προβλημάτιζε έντονα. Τώρα πια άλλαξε γνώμη και είδε την πορεία του κόσμου με άλλη προοπτική.

Προφανώς είχε κατανοήσει πληρέστερα από τους μαθητές του Χριστού, ότι «δει αυτόν εις Ιεροσόλυμα απελθείν και πολλά παθείν από των Πρεσβυτέρων και Αρχιερέων και Γραμματέων και αποκτανθήναι και τη τρίτη ημέρα εγερθήναι» (Μαρκ.8,31) και για τούτο, όπως θα δούμε στη συνέχεια, δεν σκανδαλίστηκε, δεν απίστησε, δεν λύγησε με το Πάθος του Χριστού, αλλά Τον υπερασπίστηκε στο Μεγάλο Συνέδριο, Του παραστάθηκε, ζήτησε, μέσω του Ιωσήφ, από τον Πιλάτο το ακήρατο Σώμα Του, το έθαψε με τιμές, αναμένοντας προφανώς και την ανάστασή Του.

Την τελευταία εορτή της Σκηνοπηγίας, όταν οι Φαρισαίοι σχεδίαζαν να συλλάβουν τον Ιησού, με στημένες κατηγορίες και χωρίς απολογία, ο Νικόδημος τους επιτίμησε, με σφοδρότητα, λέγοντας πως «μη ο νόμος ημών κρίνει τον άνθρωπον, εάν μη ακούση παρ’ αυτού πρότερον και γνω τι ποιεί» (Ιωαν.7,51).Επικαλείται τον νόμο για να υπερασπιστεί τον Ιησού. Ο Μωσαϊκός Νόμος έδινε το δικαίωμα της απολογίας (Δευτ.1,16), αλλά και ως μορφωμένος ελληνιστής είχε κατά νουν και το αρχαιοελληνικό: «μηδενί δίκην δικάσης πριν αμφοίν μύθον ακούσης». Έτσι απέτρεψε την σύλληψη του Ιησού.

Μετά την οριστική σύλληψή Του στο Όρος των Ελαιών και την προσαγωγή Του να δικαστεί ενώπιον του Μεγάλου Συνεδρίου τη δραματική εκείνη νύχτα, ο Νικόδημος έδειξε καταπληκτικό θάρρος, υπερασπιζόμενος τον Ιησού, αψηφώντας την φοβερή εχθρότητα των συνέδρων.Τόσον ο ίδιος όσον και ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ως νομομαθείς, παρενέβαλαν προσκόμματα στην εκ των προτέρων ληφθείσα απόφαση του Συνεδρίου, για την άδικη καταδίκη του Χριστού.

Αλλά οι πονηροί σύνεδροι, με επικεφαλής τον Αρχιερέα Καϊάφα και τις ψευδομαρτυρίες των δύο ψευδομαρτύρων, απέσπασαν από τον Ιησού την ομολογία, που ζητούσαν, ότι δηλαδή «ἑαυτὸν Θεοῦ υἱὸν ἐποίησεν» (Ιωάν.19,7), με το «συ είπας» (Ματθ.26,64).Σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο: «επί δυσί μαρτύρων σταθήσεται παν ρήμα … (και) επί δυσί μάρτυσιν η επί τρισίν μάρτυσιν αποθανείται ο αποθνήσκων» (Δευτ.17,7 -8), σε αυτή τη διάταξη στήριξαν την κατηγορία.Ο Χριστός τελικά χαρακτηρίστηκε «ένοχος θανάτου» και παραδόθηκε στους Ρωμαίους να επικυρώσουν την απόφασή τους, «ίνα σταυρωθεί». Οι μαθητές, εκτός του Ιωάννη Τον εγκατέλειψαν «δια τον φόβον των Ιουδαίων» (Ιωάν,20,19).

Του παραστάθηκε η Θεοτόκος Μητέρα Του και οι Άγιες Μυροφόρες. Μετά το «τετέλεσται», έπρεπε να κατεβούν τα σώματα του Ιησού και των δύο ληστών από τους σταυρούς, διότι δεν επιτρέπονταν να παραμένουν στη θέα των Ιουδαίων, οι οποίοι θα εόρταζαν το Πάσχα.Τότε οι δύο άρχοντες, ο Νικόδημος και ο Ιωσήφ, αποφάσισαν να αναλάβουν την αποκαθήλωση και την ταφή του Διδασκάλου. «...ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ. καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου» (Μαρκ.15,43-46).

Ο ευαγγελιστής Ιωάννης συμπληρώνοντας την αφήγηση του ευαγγελιστή Μάρκου, αναφέρει ότι ο Νικόδημος «φέρων μίγμα σμύρνης και αλόης ως λίτρας εκατόν, έλαβον ουν το σώμα του Ιησού και έδησαν αυτό εν οθονίοις μετά των αρωμάτων, καθώς έθος εστί τοις Ιουδαίοις ενταφιάζειν» (Ιωάν.19,39-40).Τόσο τα ιερά κείμενα, όσο και η αρχέγονη χριστιανική παράδοση σιωπά για την κατοπινή ζωή και δράση του Νικοδήμου.Κάποια μεταγενέστερη παράδοση αναφέρει ότι οι Ιουδαίοι, εξαιτίας της προσήλωσής του στον Ιησού και την ενέργειά του να αποδώσει τιμές στην ταφή Του, τον καθαίρεσαν από το αξίωμά του και τον εξόρισαν από την Ιερουσαλήμ.

Προφανώς έζησε ως πιστό μέλος της Εκκλησίας, χωρίς να γνωρίζουμε αν έλαβε κάποιο εκκλησιαστικό αξίωμα.Στο όνομά του εμφανίστηκε τον 2ο αιώνα, ένα απόκρυφο «ευαγγέλιο», το λεγόμενο «Ευαγγέλιο του Νικοδήμου», το οποίο βεβαίως ανήκει σε άλλο άγνωστο συγγραφέα και περιγράφει, με τρόπο απλοϊκό, σκηνές από τη ζωή του Ιησού και κύρια την κάθοδό Του στον Άδη.Κάποια άλλη αρχαία παράδοση αναφέρει ότι υπέστη μαρτυρικό θάνατο.

Κατ’ άλλους κοιμήθηκε ειρηνικά σε βαθύ γήρας και ενταφιάστηκε από τον γνωστό και ανεκτικό προς τους χριστιανούς ραβίνο Γαμαλιήλ, κοντά στον πρωτομάρτυρα Στέφανο στην κώμη Καφαργάμαλα.Η μνήμη του, μαζί με αυτή του Ιωσήφ του από Αριμαθαίας και των αγίων Μυροφόρων Γυναικών τιμάται την Γ΄ Κυριακή από του Πάσχα.

Η αγία και ηρωική μορφή του Μυροφόρου Νικοδήμου πρέπει να μας εμπνέει στερεά πίστη στο Σωτήρα μας Χριστό και να μας δίνει ηρωικό φρόνημα, με αταλάντευτο ομολογητικό χαρακτήρα, όπως εκείνου, διότι «οὐ γὰρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεὸς Πνεῦμα δειλίας, ἀλλὰ δυνάμεως καὶ ἀγάπης καὶ σωφρονισμοῦ», ώστε να μην επαισχυνόμαστε «τὸ μαρτύριον τοῦ Κυρίου ἡμῶν» (Β΄Τιμ.1,7)!

Η τραγική εσχατολογική και αποκαλυπτική εποχή μας απαιτεί ηρωική δημόσια και στεντόρεια ομολογία, ότι ο Χριστός είναι ο μοναδικός μας σωτήρας, και κανένας άλλος, καθότι, «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία· οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πραξ.4,12)!



Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2024

Μέγας Αντώνιος, Άφησε τον τόπο της άσκησής τους για να βρίσκεται ανάμεσα στους διωκόμενους Χριστιανούς

 Όταν βασίλευε ο καίσαρας Μαξιμίνος στην Συρία και την Αίγυπτο επέβαλε σκληρό διωγμό εναντίον των Χριστιανών.

Για τον λόγο αυτό ο Μέγας Αντώνιος ο οποίος είχε πόθο να μαρτυρήσει και ο ίδιος, άφησε την έρημο και πήγε στην Αλεξάνδρεια μαζί με μερικούς μαθητές του για να βρίσκεται ανάμεσα στους διωκόμενους Χριστιανούς.

Ο άγιος τους στερέωνε και τους ενίσχυε στην πίστη με ωφέλιμους λόγους, και τους επισκεπτόταν χωρίς να φοβάται, πηγαίνοντας στις φυλακές και στα δικαστήρια και τους συνόδευε μέχρι τον τόπο του μαρτυρίου τους.

Βλέποντας ο δικαστής το ιδιαίτερο αυτό ενδιαφέρον και την τόλμη του Μεγάλου Αντώνιου, διέταξε να μην παρευρίσκεται κανένας μοναχός στο δικαστήριο, πλέον, και να μην κυκλοφορούν στην Αλεξάνδρεια.

Για τον λόγο αυτό κρύφτηκαν όλοι οι Μοναχοί.

Αντιθέτως, ο άγιος Αντώνιος, αφού έπλυνε τον μανδύα του, στάθηκε σε περίοπτο σημείο της πόλης λαμπροφορεμένος και άφοβος, δείχνοντας την προθυμία των Χριστιανών να μαρτυρήσουν για τον Χριστό, ενώ ευχόταν μυστικά να μαρτυρήσει και ο ίδιος.

Ο Κύριος, όμως, τον φύλαξε για να ωφεληθεί περισσότερος κόσμος.

Έτσι παρέμεινε κοντά στους Ομολογητές και Μάρτυρες κοπιάζοντάς μαζί τους και υπηρετώντας τους μέχρι που σταμάτησε ο διωγμός και μετά επέστρεψε στον τόπο της άσκησής του.

Με το τρόπο αυτό και με την συμπεριφορά του απέναντι στους διωκόμενους Χριστιανούς, όπως και με τον ζήλο του μαρτυρήσει, αναδείχτηκε και ο αυτός Μάρτυρας κατά την προαίρεση.

Εξάλλου, το μαρτύριο το ζούσε και ο ίδιος καθημερινά στο κελλί του με την σκληραγωγία και την κακοπάθεια που είχε επιβάλει στον εαυτό του, φορώντας τρίχινο εσωτερικό ένδυμα και απ’ έξω δερμάτινο.

Την ενδυμασία αυτή την φορούσε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Διασκευή από τον «Μέγα Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Ιανουάριος, τόμος 1ος.




Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2023

Άγιος Πορφύριος, Με τα φτερά της απλότητας και της απαλότητας στον άλλο έρωτα που δεν έχει χορτασμό!

Ο άγιος Πορφύριος κάθε 2 Δεκεμβρίου μας στέλνει ένα θερμό χαιρετισμό για το φθινόπωρο που τελειώνει, για τον χειμώνα που επίκειται και τις γιορτές του Δωδεκαημέρου που έρχονται!

Ο χαρούμενος αυτός φωτογενής (ο αναγεννημένος από το φως), αλλά και φωτοειδής (όμοιος με το φως) μέσα και έξω, λαμπρύνει την μέρα αυτή, αφού είναι ημέρα της κοιμήσεώς του, αλλά και της γεννήσεως του υπό άλλη μορφή.

Μια μέρα που μπορεί και ο ίδιος να είναι ένα με όλους μας, όπως ευχόταν, παρότρυνε, επαναλαμβάνοντας προφορικά, γραπτά, αλλά και ως τελευταία φράση και λέξεις του πριν κοιμηθεί το: «Ίνα ώσι εν»! Λόγια του ίδιου του Χριστού.

Μια αντίθετη πορεία από την πυρηνική σχάση η οποία απελευθερώνει μεγάλη ενέργεια! Αντίθετα εδώ έχουμε μια επιστροφή στο όλον!

Έτσι η πυρηνική σχάση μοιάζει να ωχριά ως προς τα αποτελέσματα! Τόσο τα ποσοτικά και ιδιαίτερα τα ποιοτικά, αν όχι και τα ποιητικά: «Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής. Αυτό είναι! Πρέπει να πονάεις. Ν’ αγαπάεις και να πονάεις. Να πονάεις γι’ αυτόν που αγαπάεις» (άγιος Πορφύριος)!

Ορίστε και η σχάση, για όσους απαιτούν το δράμα, την τραγικότητα, την διαλεκτική: «Να πονάεις γι’ αυτόν που αγαπάεις»! Με αποτελέσματα καθόλου καταστροφικά! Αλλά αγαπητικά!

«Ίνα ώσι εν»! Αυτό μοιάζει να είναι και η φράση κλειδί, αν όχι το κλειδί για την «άκτιστο Εκκλησία» για την οποία μιλούσε ο άγιος Πορφύριος! Μια καρδιακή σχάση αγάπης που οδηγεί στο όλον και ιδιαίτερα στο μαζί!

Στο συναπάντημα, σ’ αυτήν την αγκαλιά η οποία αποτελεί το τέλος! Την θεραπεία της σχάσης, της ρήξης, της διάρρηξης!

Στον ίδιο αιώνα της πυρηνικής σχάσης και πυρηνικής έκρηξης, αλλά και της αποθέωσης της μοναξιάς και της ατομικότητας σε έναν θρυμματισμένο κόσμο, ο μεγάλος άγιος Γέροντας του 20ού αιώνα έρχεται να θεραπεύσει τις αλλοτριωμένες αν όχι απαλλοτριωμένες ψυχές, προτείνοντας το αντίδοτο! «Ίνα ώσι εν»!

Αυτό ήταν ο λόγος του, η επιθυμία του, η προτροπή του, η κληρονομιά του!

Όπως επίσης και το «ζη […] εν εμοί Χριστός»! Για την ακρίβεια «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Απόστολος Παύλος)!

Και να μια ακόμη σχάση που οδηγεί στο πρόσωπο του όλου, της ενότητας!

Δεν ήθελε να φτάσει στην απάθεια της νιρβάνας, αλλά με την απαλότητα και την απλότητα στον Χριστό.

«Όλα να γίνονται απλά, απαλά. Πρέπει να πάμε μόνοι στον Θεό εν απλότητι και αφελότητι. Τι λέγει ο σοφός Σολομών; Χρειάζεται απλότητα. ‘Φρονήσατε περί του Κυρίου εν αγαθότητι και εν απλότητι καρδίας ζητήσατε Αυτόν ότι ευρίσκεται τοις μη πειράζουσιν Αυτόν, εμφανίζεται δε τοις μη απιστούσιν Αυτώ’. Η απλότητα είναι αγία ταπείνωση, δηλαδή απόλυτη εμπιστοσύνη στον Χριστό».

Ο ψαλμωδός Δαυίδ γράφει «Εμοί δε το προσκολλάσθαι τω Θεώ αγαθόν εστί».

Γι’ αυτό και ο αγαθός Γέροντας, άγιος Πορφύριος από τον παράδεισο προτιμούσε το πρόσωπο, το πρόσωπο του Χριστού! Για την ακρίβεια: «Ο Παράδεισος είναι ο Χριστός και όποιος αγαπήσει τον Χριστό και βάλει τον Χριστό μέσα του, έχει τον Παράδεισο».

Διά του Χριστού στον παράδεισο και όχι διά του παραδείσου στον Χριστό! Όχι στο βραβείο, αλλά στο πρόσωπο! Χρειάζεται σχέση προσωπική, αγάπη και έρως!

Άλλωστε η έκκληση «Ελθέ και σκήνωσον εν ημίν» τι άλλο μπορεί να είναι!

Ο άγιος Πορφύριος μας θυμίζει κάπως τον Ντοστογιέφσκι ο οποίος σε περίπτωση διλήμματος αλήθειας χωρίς Χριστό και τον ίδιο τον Χριστό προτιμούσε τον Χριστό!

Την σαρκωμένη αλήθεια, οδό, ζωή και προπαντός πανταγάπη!

Αυτήν που χωρά μέσα της όλο τον κόσμο, μια αντίθετη διαδρομή από την πυρηνική σχάση! Μια ολική σχέση που αγκαλιάζει κάθε χάσμα που θεραπεύει και εκβράζει σε αναψυχή και ανεπιφύλακτη παλινόρθωση, παλιγγενεσία κάθε διασπασμένο τμήμα, μέρος.

Και αυτό οδηγεί σε έναν κόσμο χωρίς αιχμές, δόρατα, αντιπαραθέσεις, όπου το τέλος της ιστορίας και των αψιμαχιών δεν είναι πολιτικό, αλλά οντολογικό! Διά της καλής αλλοιώσεως!

Έτσι απαιτείται ένα μεγάλο ταξείδι επιστροφής το οποίο βρίσκεται συνεχώς μπροστά μας!

Το «φως του Χριστού φαίνει πάσι» ο άγιος Πορφύριος μοιάζει να είναι ένας γνήσιος Απόστολός του μέσα στον χαώδη 20ό αιώνα και έρχεται απαλά και με απλότητα να μας «ποδηγετήσει» πνευματικά και να μας κανοναρχήσει εμμελώς ως γνήσιος και φτασμένος ποιητής, δηλαδή άγιος χριστιανός!

Ο άγιος Πορφύριος έρχεται να αμβλύνει πολλά και δύσκολα σημεία της πνευματικής ζωής και φαίνεται, όπως έχουμε διατυπώσει ξανά, σαν να προδιαγράφει την ορθόδοξη πνευματικότητα του παρόντος και του μέλλοντος!

Ένα δώρο στην ανθρωπότητα κάτι που έχει διαπιστωθεί όχι μόνον από τους Ορθοδόξους αλλά και από ετεροδόξους! Μοιάζει να είναι ο ίδιος μια μεγάλη ελπίδα σ’ αυτό το στρατί!

Ο ποιητικός, χαριέστατος και απαλός λόγος του αγίου αγγίζει όλες τις ψυχές. Και τους απλούς ανθρώπους και τους διανοουμένους! Φτάνει κάποιος να θέλει ανοίξει την ψυχή του!

Ενώ η «αντιβία» που προβάλλει για την πνευματική ζωή μέσα από την απαλότητα και την απλότητα φαίνεται πως ανοίγει ατραπούς, μονοπάτια, αν όχι λεωφόρους οι οποίοι οδηγούν πολύ πιο όμορφα σε μια πολυδύναμη και πολυεπίπεδη αναζήτηση, πνευματική ζωή. Ένα ταξείδι αγάπης γιατί όχι και ερωτικό προς τον Θεό.

Γράφει ο άγιος Πορφύριος: «Ο Χριστός είναι το άκρως εφετόν, το άκρως επιθυμητόν, δεν υπάρχει ανώτερο. Όλα τα αισθητά έχουν κόρο, αλλά ο Θεός δεν έχει κόρο. Αυτός είναι το παν. Ο Θεός είναι το άκρως εφετόν. Καμιά άλλη χαρά, κανένα άλλο κάλλος, τίποτε δεν μπορεί να παραβγεί με Αυτόν. Τι άλλο από το ανώτατον;

Ο έρωτας προς τον Χριστό είναι άλλος έρως. Δεν έχει τέλος, δεν έχει χορτασμό. Δίνει ζωή, δίνει σθένος, δίνει υγεία, δίνει, δίνει, δίνει… Και όσο δίνει, τόσο πιο πολύ ο άνθρωπος θέλει να ερωτεύεται. Ενώ ο ανθρώπινος έρωτας μπορεί να φθείρει τον άνθρωπο, να τον τρελάνει. Όταν αγαπήσουμε τον Χριστό, όλες οι αγάπες υποχωρούν. Οι άλλες αγάπες έχουν κορεσμό. Η αγάπη του Χριστού δεν έχει κορεσμό».




Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2023

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ ἐν Ἀμαρουσίῳ καί Ροδοπόλει ἀσκήσας (1891-†1967)

Σέ κάθε ἐποχή, ἐπειδή «ὁ Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13, 8),  ὁ Κύριος ἀναδεικνύει Ἁγίους, οἱ ὁποῖοι ζοῦν καί κινοῦνται ἀνάμεσά μας, παρηγορώντας τόν λαό Του καί στηρίζοντας μέ τίς εὐχές τους τήν οἰκουμένη.

Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, «πλήρης χάριτος καί ἀληθείας» (Ἰω. 1, 14-15) ἦταν καί ὁ Ἱερομόναχος Ἀθανάσιος Χαμακιώτης, ὁ Γέροντας τῆς Νερατζιωτίσσης (1891-1967). Ἄνθρωπος μέ σπάνια πνευματικά χαρίσματα. Πλημμυρισμένος ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Στολισμένος μέ ὅλες τίς ἅγιες ἀρετές. Πρᾶος, ταπεινός, σεμνός, εἰρηνικός, ὑπομονετικός. Γνήσιος ποιμένας καί Πνευματικός πατέρας. Ἀληθινός ἀγωνιστής μέ πανθομολογουμένη ἁγία βιωτή.

Γεννήθηκε τό 1891 σ’ ἕνα μικρό χωριό τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, τήν Τουρλάδα. Γόνος πτωχῆς ἀλλ’ εὐσεβοῦς πολυτέκνου οἰκογενείας, ἀπό μικρός ἀγάπησε τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία Του. Τοῦ ἄρεσε ἀπό τήν παιδική του ἡλικία νά ἐπισκέπτεται τά διάσπαρτα ἐξωκκλήσια τοῦ χωριοῦ του, ν’ ἀνάβει τά καντήλια καί νά προσεύχεται. Οἱ συγχωριανοί του τοῦ ἔλεγαν πώς θά γίνει παπάς καί συνεβούλευαν τά παιδιά τους νά μοιάσουν στόν Γιῶργο, μετέπειτα Ἱερομόναχο Ἀθανάσιο.

Στίς 20 Ἰουλίου τοῦ 1906 ἄφησε τό χωριό του καί μέ τήν συγκατάθεση τῶν γονιῶν του ἀφιερώθηκε στό φημισμένο Μοναστήρι τῆς Ἁγίας Λαύρας. Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1913 ἐκάρη Μοναχός λαμβάνοντας τό ὄνομα Ἀθανάσιος. Οἱ μοναχικές ὑποσχέσεις, πού ἔδωσε κατά τήν κατανυκτική στιγμή τῆς κουρᾶς του, γιά ὑπακοή, παρθενία καί ἀκτημοσύνη συνοδεύονταν καί ἀπό τήν σταθερή ἀπόφασή του, νά σηκώσει μέ προθυμία τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ γιά τήν ἀγάπη Του καί τήν διακονία τῶν ἀνθρώπων. Τό 1916 ὁ Μητροπολίτης Καλαβρύτων καί Αἰγιαλείας Τιμόθεος, τόν χειροτόνησε διάκονο καί τήν ἡμέρα τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τό 1926, σέ ἡλικία 30 ἐτῶν, τόν χειροτόνησε πρεσβύτερο. Χωρίς νά μειώσει καθόλου τόν πνευματικό του ἀγῶνα, γιά δέκα ὁλόκληρα χρόνια ἐπιτελεῖ τά ἱερατικά του καθήκοντα, προσφέροντας παράλληλα καί τίς ὑπηρεσίες του ὡς ἡγουμενοσυμβούλου τῆς Μονῆς.

Στίς 18 Ἰανουαρίου τοῦ 1930 χειροθετεῖται Πνευματικός, λαμβάνοντας καί τό καθιερωμένο «Ἐνταλτήριον Γράμμα». Ὡς ἐξομολόγος ἦταν ταυτόχρονα καί παιδαγωγός, φωτισμένος ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ. Δεχόταν τούς πιστούς μέ καλοσύνη, ἀγάπη καί ἠρεμία. Τούς ἄκουγε μέ προσοχή καί τούς ἐνθάρρυνε νά ἀποκαλύψουν ὅλα ὅσα τούς βάρυναν. Τούς νουθετοῦσε μέ ὑπομονή καί τούς στήριζε στόν πνευματικό τους ἀγῶνα. Ποτέ δέν ἐπικαλέσθηκε τήν κούρασή του, τό προχωρημένο τῆς ὥρας ἤ τό πλῆθος ἐκείνων πού ἀνέμεναν τήν σειρά τους νά ἐξομολογηθοῦν. «Συνδύαζε ὁ Γέροντας τό γλυκύ μέ τό αὐστηρό, τό ταπεινό μέ τό ἡγεμονικό, τό μοναχικό μέ τό κοινωνικό, τήν ἁπλότητα μέ τήν σοφία. Κοντά του ἔνιωθες ἄνετα, ἀλλά συγχρόνως ἡ παρουσία του ἦταν μιά ζῶσα ἐπιταγή νά ἀνέβεις ψηλά, προκειμένου νά τόν συναντήσεις. Ὑπῆρξε ὁ αὐστηρός εἰς τόν ἑαυτό του ἱερομόναχος πού συνάμα λειτουργοῦσε ὡς στοργικός πατέρας». Ἀνάμεσα στούς ἐξομολογουμένους περιλαμβάνονταν σημαντικές προσωπικότητες τῶν γραμμάτων, τῆς πολιτικῆς, τοῦ Ἱεροῦ κλήρου, καθώς καί φημισμένοι Γέροντες, ὅπως οἱ Φιλόθεος Ζερβάκος, Ἀμφιλόχιος Μακρῆς κ.ἄ, ἀλλά καί κάποιοι Μητροπολίτες.

Ἔπειτα ἀπό εἴκοσι πέντε χρόνια διακονίας στή Μονή τῆς  μετανοίας του, στήν Ἁγία Λαύρα, ἀναγκάζεται γιά λόγους ὑγείας (προσεβλήθη ἀπό πλευρίτιδα) νά ἔλθει στήν Ἀθήνα, ἀναζητώντας καλύτερο κλίμα. Γιά μερικούς μῆνες προσφέρει τίς ὑπηρεσίες του στό Ναό  τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Σωτῆρος, μετόχι τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σίμωνος Πέτρας, στόν Βύρωνα. Ἐδῶ γνωρίζεται μέ τόν Γέροντα Ἱερώνυμο, μέ τόν ὁποῖο συνδέεται πνευματικά. Τό Φεβρουάριο τοῦ 1933, τοποθετεῖται στό Βιλλιαρί, κοντά στήν Μάνδρα Ἀττικῆς στόν Ἱερό Ναό Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, ὅπου ὑπηρετεῖ γιά τρία χρόνια.  Ἔχοντας πιά θεραπευθεῖ ἀπό τήν βρογχοπνευμονία, ἐπιδόθηκε μέ ἔνθεο ζῆλο στά λειτουργικά, κηρυκτικά καί ἐξομολογητικά του καθήκοντα. Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1936, ὁ τότε Μητροπολίτης Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος Ἰάκωβος τόν τοποθετεῖ ὡς ἐφημέριο στό μικρό ἐκκλησάκι τῆς Παναγίας Νερατζιωτίσσης τοῦ Ἀμαρουσίου, χτισμένο στά τέλη τοῦ 16ου αἰῶνος, τό ὁποῖο ἀνήκει στό Ταμεῖο Ἀσφαλίσεως Κληρικῶν Ἑλλάδος. Ἐκεῖ ὑπηρετεῖ  ἐπί εἴκοσι ἑπτά συνεχῆ ἔτη.

Mέ τήν τοποθέτησή του στή Νερατζιώτισσα ἀρχίζει ἡ πιό δημιουργική περίοδος τῆς ζωῆς τοῦ Γέροντος Ἀθανασίου. Τελοῦσε μέ εὐλάβεια ὅλες τίς Ἀκολουθίες καί πολύ συχνά τήν Θεία Λειτουργία. Δέν παρέλειπε νά προσεύχεται ἐκτενῶς καί στό κελί του, ἕνα μικρό χῶρο δίπλα στό Παρεκκλήσιο. Νά μελετᾶ τήν Ἁγία Γραφή καί τούς Πατέρες. Νά νηστεύει καί νά ἀγρυπνεῖ. Νά φροντίζει μέ τήν βοήθεια τῶν πιστῶν γιά τήν εὐπρέπεια τοῦ Ναοῦ καί τοῦ περιβάλλοντος χώρου. Ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια ἔδειχνε γιά τή σωστή προετοιμασία τῆς πανηγύρεως, ἡ ὁποία ἐτελεῖτο κάθε χρόνο στίς 8 Σεπτεμβρίου, μνήμη τοῦ Γενεθλίου τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, στό ὁποῖο εἶναι ἀφιερωμένη ἡ Νερατζιώτισσα.

Βίωνε «ψυχῇ τε καί καρδίᾳ» καί μετέδιδε στούς πιστούς τά βιώματά του, τόσο κατά τίς μυσταγωγικές Ἀκολουθίες τῆς Μεγάλης  Ἑβδομάδος, ὅσο καί κατά τήν νύκτα τῆς λαμπροφόρου Ἀναστάσεως. Ἐπίκεντρο τῆς ζωῆς του εἶναι τώρα ἡ Θεία Λειτουργία. Αὐτή  «ὑπῆρξεν ἡ σκέψις του, ἡ ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς του, τό εἶναι του, ὑπῆρξε τό πᾶν δι΄αὐτόν… Μεταρσιώνετο κυριολεκτικά ὅταν λειτουργοῦσε». Προηγουμένως ἔκανε τήν ἀπαιτούμενη προετοιμασία μέ μελέτη, νηστεία καί προσευχή. Στήν Προσκομιδή διάβαζε ἀμέτρητα ὀνόματα ζώντων καί τεθνεώτων. Τελοῦσε τήν Θεία Λειτουργία κατανυκτικά, σύντομα, χωρίς ὅμως νά παραλείπεται τίποτα. Ὁ ἵδιος γεμάτος ἱεροπρέπεια, εὐλάβεια καί φόβο Θεοῦ, μέ ταπεινό βλέμμα ἔδινε σέ ὅλα τόν τόνο, ἐνῶ ἡ φωνή του «φαινόταν ἡ πιό ὡραία τοῦ κόσμου…γιατί ἦταν ἡ φωνή πού ἔβγαινε ἀπό καρδιά πού ἀγαποῦσε πολύ  τόν  Χριστό».

Ἔχοντας ἐμπνεύσει στούς ἐκκλησιαζομένους τήν τάξη, τήν εὐπρέπεια καί τήν εὐλαβική συμμετοχή, τούς δίδασκε ὅτι δέν πρέπει ποτέ νά χάνει κανείς τή Θεία Λειτουργία «γιά ἐκδρομή, ταξίδι, ἐργασία, μαθήματα κ.λπ. Δέν τό δεχόταν μέ τίποτα καί ἦταν ἀπόλυτος». Ὡς ἔμπειρος πνευματικός, ἀληθινός ποιμένας λογικῶν προβάτων, τά ὁδηγοῦσε στή γνήσια θεογνωσία, τήν στενή καί τεθλιμμένη πύλη, τήν ὁδό πού ὁδηγεῖ στήν μετάνοια καί σωτηρία. Πρώτιστο μέλημα τῆς ποιμαντικῆς του ἀποστολῆς θεωροῦσε τό νά πλησιάζει, νά στηρίζει καί νά φέρνει στό δρόμο τοῦ Θεοῦ ὅσους εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία ἤ τούς ταλαιπωροῦσε ἡ ἀμφιβολία τῆς πίστεως, ἡ ἄρνηση, ἡ αἵρεση, ἡ ἀδιαφορία, ἡ ἁμαρτία. Νοιάζονταν γιά ὅλους αὐτούς ἀλλά καί γιά ἐκείνους πού ἐκκλησιάζονταν τακτικά καί ἐξομολογοῦνταν στό πετραχήλι του. Ὁ λόγος του ἦταν ἀπαύγασμα τῆς ἀρετῆς του καί ἐπιδροῦσε ἄμεσα στούς ἀκροατές. Ἤξεραν ὅλοι ὅτι ἐφάρμοζε στήν ζωή του τό «ὁ ποιήσας καί διδάξας». Ἔτσι, ἄν τούς μιλοῦσε γιά ἐλεημοσύνη, γνώριζαν πόσο αὐτός πρῶτος ἐλεοῦσε. Ἄν τούς ἔλεγε γιά μετάνοια, κανείς δέν ἀμφέβαλε ὅτι ὁ ἴδιος ἀγωνιζόταν διά βίου νά ζεῖ ἐν μετανοίᾳ. Ἄν τούς παρότρυνε νά νηστεύουν, νά προσεύχονται, νά κοινωνοῦν, τόν ἔβλεπαν καί κατανοοῦσαν ὅτι ὁ ἴδιος πρῶτος μετέχει σ’αὐτά.

Πλήν τῶν ἄλλων ἀρετῶν του, ὑπῆρξε ἄνθρωπος προσευχῆς. Χωρίς αὐτή δέν θά μποροῦσε νά εἶναι ὑπόδειγμα βίου καί ἱερουργός τῶν Μυστηρίων τοῦ Θεοῦ. Εἶχε διαρκῶς στά χείλη καί τήν καρδιά  του εἴτε τήν μονολόγιστη εὐχή τοῦ Ἰησοῦ εἴτε τό «ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου δόξα σοι».  Αὐτό δίδασκε νά κάνουν καί τά πνευματικά του τέκνα λέγοντας ὅτι ἡ προσευχή εἶναι το καταφύγιο τοῦ χριστιανοῦ. Τόνιζε ὅτι προϋπόθεση γιά νά εἰσακούονται οἱ προσευχές μας εἶναι ἡ ταπείνωση, ἡ μεγίστη τῶν ἀρετῶν, ἡ βάση καί τό κορύφωμά τους. Ὑπῆρξε, ὅμως, καί ἄνθρωπος τῶν καλῶν ἔργων. Ἐνδιαφερόταν ζωηρά καί ἔμπρακτα γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν βιοτικῶν προβλημάτων κάθε προσώπου πού τόν πλησίαζε, σε ἐποχή πού ὑπῆρχαν πολλές δυσκολίες καί προβλήματα. Μεριμνοῦσε ἰδιαίτερα μέ διάκριση γιά τούς νέους καί τίς νέες, βοηθώντας τους νά βροῦν ἐργασία, νά μάθουν μιά τέχνη, νά σπουδάσουν. Δέν ὑπολόγιζε τόν ἑαυτό του, προκειμένου νά φανεῖ χρήσιμος στούς ἄλλους.  Τό κύριο γνώρισμα τῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς ἦταν ἡ λιτότητα. Οὐδέποτε στή ζωή του ἐπεθύμησε ἤ ἐπεδίωξε νά ἀποκτήσει τίποτα, πέρα ἀπό τά ἀπολύτως στοιχειώδη. Συχνά προσευχόταν «Κύριε, ἀπάλλαξέ με ἀπό τήν ὄρεξιν τοῦ πλουτισμοῦ. Ἀποδίωξε ἀπ’ ἐμοῦ τήν φλογεράν δίψαν τῆς φιλαργυρίας». Ἔτσι, ἐνῶ κοιμᾶμαι φτωχός, ὅπως ἔλεγε, ξυπνῶ πλούσιος.

Ἡ ἁγάπη πρός τό ποίμνιό του δέν εἶχε ὅρια, ἀλλά πάντοτε μέ μεγάλη διακριτικότητα. Ἤθελε νά εἶναι βέβαιος ὅτι βοηθοῦσε τούς ἔχοντες πραγματική ἀνάγκη. Ὅμως, ὄχι σπάνια «ἡ καλοσύνη του ὑπερίσχυε τῆς λογικῆς» καί μερικοί ἐπιτήδειοι κατάφερναν νά ἐκμεταλλεύονται τήν ἄδολη ἀγάπη του. Ἐπεστράτευε ὅσους ἀπό τά πνευματικά του τέκνα μποροῦσαν νά βοηθήσουν μέ ποικίλους τρόπους. Νά προσφέρουν χρήματα ἤ τρόφιμα ἤ ὅ,τι ἄλλο μποροῦσαν, νά τά μεταφέρουν στούς ἐμπερίστατους, νά ἐπισκέπτονται ἀρρώστους ἤ φυλακισμένους, νά ἀνακαλύπτουν ἐγκαταλελειμμένους γέροντες φτωχούς. Τό καθῆκον τῆς φιλοξενίας δίδασκε ὄχι μόνο μέ τό παράδειγμα, ἀλλά  καί μέ τήν νουθεσία σέ ὅλα τά πνευματικά του παιδιά, ἐνῶ μία ἀπό τίς τελευταῖες ὑποθῆκες του πρός τίς μοναχές τοῦ Ἡσυχαστηρίου πού ἵδρυσε ἦταν ἡ ἄσκηση τῆς φιλοξενίας.  

Σέ ἡλικία 65 ἐτῶν, τό 1956, θέλησε νά ἱκανοποιήσει μία παλαιά ἐπιθυμία του. Παρεκάλεσε τόν φίλο του Ἀρχιμανδρίτη π. Φιλόθεο Ζερβάκο, ἡγούμενο τῆς Μονῆς Λογγοβάρδας Πάρου, νά τελέσει τήν κουρά του σέ μεγαλόσχημο μοναχό. Ἡ Ἀκολουθία ἐτελέσθη στόν Ἱερό Ναό τῆς Παναγίας Νερατζιωτίσσης καί ὁ π. Ἀθανάσιος «χάρηκε ἀφάνταστα γιά τήν μοναχική αὐτή ἀναβάθμιση».

Ἡ μετά τό 1958 γρήγορη ἀνοικοδόμηση τῆς περιοχῆς ἀνάγκασε τόν Γέροντα νά ἀναζητήσει νέο τόπο ἡσυχίας. Ὕστερα ἀπό ἀναζήτηση ὀκτώ ἐτῶν καί ἐμφάνιση τοῦ Ἁγίου ἀρχιδιακόνου Λαυρεντίου, ἀγόρασαν ἀπό ὁμάδα παλαιοημερολογιτῶν μικρό Ναό μέ δύο κελιά στήν Ροδόπολη Σταμάτας καί τό 1961 νομότυπα συνέστησε Ἡσυχαστήριο, στό ὁποῖο ἐγκατέστησε στήν συνέχεια τήν πρώτη ἡγουμένη Μακρίνα μέ τήν συνοδεία της. Ἀμέσως ἄρχισε ἡ ἀνοικοδόμηση νέου Ναοῦ, τοῦ Καθολικοῦ, πρός τιμήν τῆς Παναγίας Φανερωμένης.

Τό Σεπτέμβριο τοῦ 1963, ὁ Γέροντας ἔχοντας βρεῖ κατάλληλο  ἀντικαταστάτη ἐφημέριο τελεῖ τήν τελευταία του Θεία Λειτουργία στή Νερατζιώτισσα καί ἀποχαιρετᾶ  μέ δάκρυα τό ἀγαπημένο του ποίμνιο.   Ἔτσι ξεκινᾶ τό τελευταῖο ἡσυχαστικό στάδιο τῆς ἐπιγείου  ζωῆς του, στό Ἡσυχαστήριο. Ἀπό τά τέλη τοῦ 1966 ὁ π. Ἀθανάσιος ἄρχισε νά ἔχει θεῖα μηνύματα ὅτι ἐγγίζει τό ἐπίγειο τέλος του. Ὄντας ἤδη 86 ἐτῶν, οἱ σωματικές του δυνάμεις ἄρχισαν νά τόν ἐγκαταλείπουν. Ὑπέφερε πολλά χρόνια ἀπό διάφορες ἀσθένειες, οὐδέποτε ὅμως παραπονιόταν.

Στίς ἀρχές Μαῒου 1967, ἔχοντας μέ τό προορατικό του χάρισμα τήν πληροφορία ὅτι τό τέλος ἐγγίζει, ζήτησε νά δεῖ «πρῶτα τόν Πνευματικό καί μετά τόν γιατρό». Στίς 22 Μαῒου 1967, ἔχοντας προσβληθεῖ ἀπό τήν νόσο τοῦ Πάρκινσον καί οὐρολοίμωξη, εἰσάγεται στόν «Εὐαγγελισμό». Τό νέο μαθαίνεται γρήγορα καί πολλοί τόν ἐπισκέπτονται ζητώντας τήν εὐλογία του. Τούς δέχεται ὅλους, τούς νουθετεῖ καί τούς εὐλογεῖ. Ὑπόσχεται στίς μοναχές του πώς, ἄν βρεῖ παρρησία στό Θεό, «θά πρεσβεύει πολύ γιά τό μοναστηράκι καί δέν θά τούς λείψει τίποτα».

Τά ξημερώματα τῆς 17ης Αὐγούστου 1967, παρέδωσε τήν Ἁγία ψυχή του ἀπό πνευμονικό οἴδημα. Τό σκήνωμά του ἐξετέθη σέ λαϊκό προσκύνημα στό Ἡσυχαστήριο τῆς Παναγίας Φανερωμένης στή Ροδόπολη. Τό βράδυ τῆς 18ης  Αὐγούστου, ἐτελέσθη Ἀγρυπνία καί ἐν συνεχείᾳ ἐψάλη ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία, στήν ὁποία προέστησαν οἱ Μητροπολίτες Ἀττικῆς Ἰάκωβος, Πειραιῶς Χρυσόστομος καί Ὕδρας Ἱερόθεος, μέ τήν συμμετοχή δεκάδων πρεσβυτέρων καί διακόνων καθώς  καί πλήθους πιστῶν. Τό σκήνωμά του «ζεστό καί εὔκαμπτο»  μετά ἀπό τόσες ὧρες, ἐναποτέθηκε στόν τάφο δίπλα στό Καθολικό τοῦ Ἡσυχαστηρίου. 

Στίς 23 Ὀκτωβρίου 2014, 47 χρόνια μετά τήν ὁσιακή κοίμησή του, ὁ Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης μας κ. Κύριλλος τέλεσε τή Θεία Λειτουργία στό Καθολικό τοῦ Ἡσυχαστηρίου, συμπαραστατούμενος ἀπό τόν Σεβ. Μητροπολίτη Ἀργολίδος κ. Νεκτάριο καί τόν Θεοφιλέστατο Ἐπίσκοπο Ἐπιδαύρου κ. Καλλίνικο. Μετά τήν Θεία Λειτουργία ἔγινε ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων τοῦ ὁσίου Γέροντος. Μέ πολύ συγκίνηση ὁ Σεβασμιώτατος κ. Κύριλλος πῆρε στά χέρια του τήν τιμία κάρα καί εὐλόγησε τούς παρισταμένους. Τά ἱερά λείψανα ἑτοιμάστηκαν ἀπό τούς Πατέρες καί μετεφέρθησαν στό Καθολικό καί ἐν συνεχείᾳ στό κελί τοῦ Γέροντα. Ὕστερα ἀπό λίγες ὧρες ἔγινε αἰσθητή ἡ παρουσία του. Μιά γλυκειά εὐωδία πλυμμύρισε τό κελί του καί ὅλο τό χῶρο τοῦ Ἡσυχαστηρίου. Αὐτή ἡ ἔντονη εὐωδία ἐξακολουθεῖ νά ἐμφανίζεται ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν  μέχρι σήμερα, ὅπως πολλοί κληρικοί καί λαϊκοί βεβαιώνουν. Δέν ἀπομένει πλέον παρά ἡ ἐπίσημη ἁγιοκατάταξή του.

Ἡ Ἱερά Μητρόπολις Κηφισίας, Ἀμαρουσίου καί Ὠρωποῦ, μέ ἀφορμή τά πενήντα χρόνια ἀπό τήν ὁσιακή κοίμηση τοῡ Γέροντος τῆς Νερατζιωτίσσης, ἀφιέρωσε εὐλαβικά τό ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ τσέπης 2017,  στόν Ἱερομόναχο Ἀθανάσιο Χαμακιώτη, μέ τήν εὐχή ὁ ἅγιος Γέροντας νά πρεσβεύει καί νά μεσιτεύει στόν Κύριό μας καί στήν Παναγία Μητέρα Του γιά τό Ἡσυχαστήριο, τόν κλῆρο καί τόν λαό τῆς Μητροπόλεώς μας.

Ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος τοῦ Σεπτοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὑπό τήν προεδρία τῆς Αὐτοῦ Θειοτάτης Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κυρίου Βαρθολομαίου, κατά τήν Συνεδρία τῆς 16ης Νοεμβρίου 2023, ἀποφάσισε τήν κατάταξη ἐν τῷ Ἁγιολογίῳ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Ἱερομονάχου Ἀθανασίου (Χαμακιώτου), ἱδρυτοῦ τοῦ Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Παναγίας Φανερωμένης Ροδοπόλεως Ἀττικῆς καί ἐφημερίου ἐπί πολλά ἔτη τοῦ ἱστορικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Παναγίας Νεραντζιωτίσσης Ἀμαρουσίου.

Ἡ Ἱερά Μητρόπολίς μας ἀγάλλεται καί χαίρει εἰς τήν ἀκοήν τῆς ἀνωτέρω Ἀποφάσεως τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὁ ἑορτασμός τῆς μνήμης αὐτοῦ ὁρίστηκε τήν 17ην  Αὐγούστου ἑκάστου ἔτους, ἡμέρα τῆς ὁσιακῆς του κοιμήσεως, καί τήν 23ην Ὀκτωβρίου, ἡμέρα τῆς ἀνακομιδῆς τῶν ἱερῶν αὐτοῦ λειψάνων.



Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2023

Άγιος Άνθιμος της Χίου, Έχυνε με την στοργή και την τρυφερότητά του βάλσαμο στις πονεμένες από την απελπισία της ασθένειας της λέπρας ψυχές!

Όταν επέστρεψε στην Χίο [ο όσιος Άνθιμος της Χίου], θέλοντας να εξασφαλίσει απρόσκοπτα την προσευχή του, καθώς και την ησυχία, επέλεξε να ζήσει στο Λεπροκομείο της.Έτσι ο Άγιος θα μπορούσε να βρίσκεται κοντά στους συνανθρώπους του που ταλαιπωρούνταν από την φοβερή ασθένεια της λέπρας, που εκείνη την εποχή μάστιζε και την Χίου.Στο Λεπροκομείο, πριν την άφιξή του ακούγονταν πολλές βρισιές, πολλές κατάρες, πολλοί τσακωμοί, και το κλίμα γενικά δεν ήταν καθόλου καλό για τους ασθενείς.

Με την άφιξή του βρήκε μια άθλια κατάσταση και από την άποψη των κτιριακών εγκαταστάσεων, αλλά και από την άποψη της διαβίωσης των ασθενών. Η ιερή διακονία του, ήταν αυτή που επέτρεψε στους πολυάριθμους τροφίμους του Ιδρύματος, να βρουν τον πιο στοργικό πατέρα στο πρόσωπό του.Ο νέος λειτουργός του Υψίστου που υπηρετούσε τους λεπρούς συνανθρώπους του, δεν άργησε να μετατρέψει το Λωβοκομείο, από ένα τόπο οδύνης σε ένα επίγειο Παράδεισο, όπου πλέον επικρατούσε η τάξη και η οργάνωση.

Ρίχτηκε λοιπόν στην δουλειά. Άρχισε να γλυκαίνει με την καλοσύνη του τον πόνο. Έχυνε με την στοργή του και την τρυφερότητά του βάλσαμο στις πονεμένες από την απελπισία της ανίατης ασθένειας ψυχές τους.Και οι λεπροί, που μέχρι τότε έβλεπαν να τους υπηρετούν με αηδία, κατάλαβαν! Είδαν τον νεαρό, σαν Άγγελο από τον ουρανό. Και ήταν πραγματικά Άγγελος και στην μορφή και στην ψυχή. Και τον αγάπησαν με όλη τους την ψυχή.

Η λειτουργία του ιδρύματος βασιζόταν στο κοινοβιακό σύστημα και όλα τα φρόντιζε ο ίδιος. Με στοργή και αγάπη αγκάλιασε όλους τους αρρώστους. Όλοι ανήκαν στην οικογένειά του και ο Άγιος σαν στοργικός πατέρας έτρωγε μαζί τους στο ίδιο τραπέζι.Η συναναστροφή του με τους λεπρούς, φανέρωσε σε όλο τον κόσμο τις αρετές του.

Ήταν ο τέλειος οικονόμος, αφού δεν έλειψε ποτέ και τίποτε από το ίδρυμα.Ήταν ο τέλειος νοσοκόμος, αφού καθάριζε με επιμέλεια τις σαπισμένες και δυσώδεις πληγές όλων των ασθενών.Ήταν ο γιατρός των ψυχών όλων αφού έσκυβε με την χάρη του Θεού στο προσκέφαλό τους, τους παραστεκόταν και με στοργή προσπαθούσε να ελαφρύνει τον πόνο τους.Με το καιρό, στο Λεπροκομείο έπαψαν πλέον να ακούγονται βρισιές, τσακωμοί και την θέση τους τώρα πια είχαν πάρει οι ύμνοι προς τον Θεό.

Ήταν μάλιστα πάρα πολλοί εκείνοι οι ασθενείς, οι οποίοι ενδύθηκαν το μοναχικό σχήμα. Ειδικά οι περισσότερες γυναίκες ασθενείς του Λεπροκομείου, έγιναν μοναχές, οι οποίες τώρα πια τον αποκαλούσαν Γέροντά τους.Παρ’ όλη όμως την έντονη καθημερινή του δράση ο Άγιος υπέβαλλε τον εαυτό του σε αυστηρή άσκηση ενώ εμφανιζόταν πάντα απλός, ταπεινός και πράος. Ήταν η ψυχή όλων των λεπρών, που εργαζόταν ασταμάτητα για την πρόοδο του Ιδρύματος.Όταν έβρισκε λίγο χρόνο, αποσυρόταν σε κάποιο δάσος και για πολλές ώρες προσευχόταν κάτω από τα πεύκα.

Από το βιβλίο «Βίος και πολιτεία του Οσίου Ανθίμου του Χίου» των εκδόσεων «Ένθεος Βίος».



Τρίτη 11 Ιουλίου 2023

12 ΣΟΦΑ ΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΠΑΪΣΙΟ

Από παιδί ακόμη αποζητούσε να γίνει μοναχός, αφιερώνοντας ολόκληρη τη ζωή του στην αγάπη του προς Τον Κύριο.

Ο γέροντας Παΐσιος διετέλεσε ενάρετο βίο, με βαθιά αφοσίωση στον πνευματικό αγώνα, πολλή ταπείνωση, διαρκή νηστεία και αδιάλειπτη προσευχή, μέχρι και την τελευταία στιγμή, όταν κοιμήθηκε στις 12 Ιουλίου 1994.

Ο Άγιος Παΐσιος ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης.

12 Σοφά λόγια και Συμβουλές από τον γέροντα Παΐσιο…ως πνευματικός οδηγός για τη ζωή μας!

«Πολλοί άνθρωποι τα έχουν όλα, αλλά έχουν και λύπη γιατί τους λείπει ο Χριστός…»

«Είτε προσευχόμαστε για τον εαυτό μας είτε για τους άλλους, η προσευχή πρέπει να είναι καρδιακή…»

«Σήμερα μέσα στους τόσους κινδύνους που ζει ο άνθρωπος, ο Θεός τον φυλάει όπως η μάνα το μικρό παιδί, όταν αρχίζει να περπατάει. Τώρα μας βοηθούν πιο πολύ ο Ιησούς Χριστός, η Παναγία και οι Άγιοι, αλλά δεν το καταλαβαίνουμε. Πού θα ήταν ο κόσμος, αν δεν βοηθούσαν!»

«Ο Θεός ποτέ δεν μας αφήνει… Εμείς τον αφήνουμε!»

«Με μια ματιά στον Ουρανό, θα άλλαζαν τα πράγματα!»

«Τα χρόνια που περνάμε είναι πολύ δύσκολα και πολύ επικίνδυνα, αλλά τελικά θα νικήσει ο Χριστός!»

«Τα πατερικά βιβλία για να βοηθήσουν, πρέπει να διαβάζονται με ταπείνωση και προσευχή…»

«Με την μπόρα την δαιμονική, θα ‘ρθει η λιακάδα η θεϊκή!»

«Όλα να τα αντιμετωπίζετε με αγάπη, με καλοσύνη, με πραότητα, με υπομονή και ταπείνωση. Να είστε βράχοι. Όλα να ξεσπάνε πάνω σας και σαν τα κύματα να γυρίζουν πίσω. Εσείς να είστε ατάραχοι!»

«Ο Κύριος σταυρώθηκε, δεν σταύρωσε – θανατώθηκε, δεν θανάτωσε!»

«Το “Δόξα σοι ο Θεός” να μην λείπει ποτέ από τα χείλη σας!”

«Γιατί Γέροντα ενώ πολλές φορές έχουμε νιώσει την παντοδυναμία του Θεού, δεν βλέπουμε την πρόνοιά Του για μας;» «Είναι παγίδα του διαβόλου. Ο διάβολος ρίχνει στάχτη στα μάτια του ανθρώπου, για να μη δει την πρόνοια του Θεού. Γιατί, όταν δει ο άνθρωπος την πρόνοια του Θεού, θα μαλακώσει η γρανιτένια καρδιά του, θα γίνει ευαίσθητη και θα ξεσπάσει σε δοξολογία, και αυτό δεν συμφέρει τον διάβολο».



Δευτέρα 10 Ιουλίου 2023

Άγιος Σισώης: Ο δρόμος που οδηγεί στην ταπεινοφροσύνη!

 Ένας από τους πατέρες ρώτησε τον αββά Σισώη:

– Αν κάθομαι στην έρημο και έρθει ένα βάρβαρος για να με σκοτώσει, στην περίπτωση που θα τον εξουδετερώσω, (μπορώ) να τον θανατώσω;

– Όχι, αποκρίθηκε ο γέροντας, αλλά να τον παραδώσεις στο Θεό. Γιατί, όποιος πειρασμός κι αν έρθει στον άνθρωπο, αυτός πρέπει να σκέφτεται και να λέει: «Για τις αμαρτίες μου έγινε αυτό».

Αν πάλι (του έρθει κάτι) καλό, (να λέει): «Με την εύνοια του Θεού (έγινε τούτο)».

****

Ο αββάς Αμμούν είπε στον αββά Σισώη:

– Όταν διαβάζω τη Γραφή, ο λογισμός μου με παρακινεί να συντάξω έναν ωραίο λόγο, για να τον έχω σε περίπτωση που θα μου κάνουν σχετική ερώτηση.

Και ο γέροντας του αποκρίθηκε:

– Δεν είναι ανάγκη. Καλύτερα είναι ν’ αγωνιστείς πνευματικά, ώστε, με την καθαρότητα του νου, ν’ αποκτήσεις και την αμεριμνία και το χάρισμα του λόγου.

****

Ο αββάς Σισώης έλεγε, ότι ο δρόμος που οδηγεί στην ταπεινοφροσύνη είναι η εγκράτεια, η αδιάλειπτη προσευχή στο Θεό και ο αγώνας να βάζουμε τον εαυτό μας πιο κάτω από κάθε άνθρωπο.

****

Ένας αδελφός είπε στον αββά Σισώη:

– Αββά, βλέπω ότι η μνήμη του Θεού βρίσκεται πάντα στο νου μου.

– Δεν είναι σπουδαίο, είπε ο γέροντας, να κρατάς το λογισμό σου στο Θεό. Σπουδαίο είναι να βλέπεις τον εαυτό σου κατώτερο απ’ όλα τα κτίσματα. Γι’ αυτό, άλλωστε, και ο σωματικός κόπος οδηγεί στην ταπεινοφροσύνη.

Η μνήμη του τιμάται στις 6 Ιουλίου.

Από το βιβλίο, «Μικρός Ευεργετινός» της Ιεράς Μονής Παρακλήτου.




Σάββατο 1 Ιουλίου 2023

Ο μακάριος Παύλος μάς φανερώνει τη δύναμη, που έχει η προθυμία του ανθρώπου, κι ότι μπορούμε να πετάξουμε στον ίδιο τον ουρανό!

Ο μακάριος Παύλος μάς φανερώνει τη δύναμη, που έχει η προθυμία του ανθρώπου, κι ότι μπορούμε να πετάξωμε στον ίδιο τον ουρανό.

Αφήνει κάποτε τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους και τις άλλες δυνάμεις και προστάζει να μιμηθούμε το Χριστό, όπως κι’ εκείνος τον μιμήθηκε, και λέει· «Μιμητές μου να γίνεστε όπως κι’ εγώ του Χριστού».

Άλλοτε πάλι, χωρίς ν’ αναφέρη τον εαυτό ταυ, μας ανεβάζει προς τον ίδιο το Θεό, λέγοντας· «Μιμηθήτε λοιπόν το Θεό, σαν παιδιά του αγαπητά».

Έπειτα, φανερώνοντας ότι τίποτα δεν κάνει τον άνθρωπο να μοιάζη τόσο με τον Θεό, όσο το να ζη για το καλό όλων, και το ν’ αποβλέπη στην ωφέλεια του καθενός, πρόσθεσε· «Να φέρεσθε με αγάπη».

Γι’ αυτό αφού πη, «Μιμητές μου να γίνεσθε», αμέσως μετά μιλάει για την αγάπη, δείχνοντας ότι αυτή προ πάντων η αρετή φέρνει κοντά στο Θεό, κι’ ότι οι άλλες είναι κατώτερες, κι όλες στρέφονται γύρω από τους ανθρώπους, όπως η μάχη εναντίον της κακής επιθυμίας, ο πόλεμος εναντίον της λαιμαργίας, ο αγώνας εναντίον της φιλαργυρίας, η πάλη εναντίον του θυμού, ενώ το ν’ αγαπά κανείς, αυτό έχομε κοινό με τον Θεό.

Γι’ αυτό και ο Χριστός έλεγε, «Προσεύχεσθε γι’ αυτούς που σας κάνουν κακό, για να γίνεστε όμοιοι με τον Πατέρα σας που είναι στους ουρανούς». Κι’ ο Παύλος, που ήξερε ότι αυτό είναι το σπουδαιότερο αγαθό, το εφάρμωσε πολύ προσεκτικά.

Γιατί κανείς δεν αγάπησε τόσο τους εχθρούς του, κανείς δεν ευεργέτησε τόσο τους κακοθελητές του, κανείς δεν έπαθε τόσα για χάρη εκείνων που τον είχαν λυπήσει. Εκείνος δεν έβλεπε αυτά που πάθαινε, αλλά σκεφτόταν πως είναι άνθρωποι κι αυτοί, κι’ όσο εκείνοι αγρίευαν, τόσο πιο πολύ σπλαχνιζόταν τη μανία τους.

Και όπως φέρνεται ο πατέρας στο παιδί του, που το έχει κυριεύσει τρέλλα (γιατί όσο κι’ αν κλωτσά ο άρρωστος και βρίζει άγρια τον πατέρα του, τόσο και πιο πολύ τον λυπάται και τον κλαίει), έτσι κι’ ο Παύλος σκεφτόταν ότι οι εχθροί του ενεργούσαν με των δαιμόνων την κυριαρχία, και ένοιωθε όλο και περισσότερη στοργή γι’ αυτούς.

Άκουσέ τον λοιπόν πόσο ήμερα, με πόση συμπάθεια μάς μιλάει γι’ αυτούς που τον μαστίγωσαν πέντε φορές, που τον λιθοβόλησαν, που τον φυλάκισαν, που διψούσαν για το αίμα του κι επιθυμούσαν κάθε μέρα να τον κατασπαράξουν.

«Μαρτυρώ γι’ αυτούς», λέει, «ότι έχουν ζήλο Θεού, αλλά δεν το καταλαβαίνουν.

Και πάλι, για να συγκράτηση αυτούς που τους πολεμούσαν, έλεγε· «Μην περηφανεύεσαι, αλλά να φοβάσαι, διότι αφού ο Θεός δεν λυπήθηκε τους φυσικούς κλάδους, μπορεί να μη λογαριάση ούτε σένα».

Επειδή δηλαδή είδε ότι ο Θεός είχε βγάλει απόφαση εναντίον τους, ο Παύλος έκανε αυτό, το μόνο που μπορούσε. Αδιάκοπα εδάκρυζε γι’ αυτούς, πονούσε γι’ αυτούς, εμπόδιζε αυτούς που ήθελαν να ορμήσουν πάνω τους, και αγωνιζόταν τρόπο να βρη και μια μικρή αιτία για να συχωρεθούν.

Κι επειδή δεν μπορούσε να τους πείση με λόγια, γιατί ήταν πεισματάρηδες και σκληροί, κατάφευγε σ’ αδιάκοπες ευχές κι έλεγε· «Αδελφοί, η επιθυμία της καρδιάς κι η προσευχή μου στον Θεό, είναι για μα σωθούν αυτοί».

Απλώνει και καλές ελπίδες γι’ αυτούς λέγοντας, «τα χαρίσματα και η κλήση του δεν ανακαλούνται», για να μην απελπισθούν τελείως και καταστραφούν. Όλα αυτά φανερώνουν ότι ενδιαφερόταν γι’ αυτούς, κι’ ένοιωθε φλόγα στην καρδιά του. Όπως όταν λέη ότι, «Θα ‘ρθη από τη Σιών ο λυτρωτής και θα διαλύση την ασέβεια των Ισραηλιτών»


Απόσπασμα από την Τρίτη ομιλία, «Εις τον Απόστολο Παύλο», του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, όπως περιλαμβάνεται στην έκδοση «Ιωάννου του Χρυσοστόμου έργα, τόμος Ε’, Εγκωμιαστικά (Β)», των εκδόσεων ο Λόγος. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Κωνσταντίνος Λουκάκης.




Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2022

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ ... Ο ΗΡΩΑΣ, ΑΓΙΟΣ, ΙΕΡΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Στο νέφος των Νεομαρτύρων της Εκκλησίας και των ηρώων της Πατρίδος εξέχουσα θέση κατέχει ο Άγιος Χρυσόστομος, Μητροπολίτης Σμύρνης, ο οποίος βρήκε μαρτυρικό θάνατο στα χέρια του τουρκικού όχλου στις 28 Αυγούστου 1922. Η ζωή του, η παιδεία του, η εθνική δράση του, το εκκλησιαστικό ήθος και το μαρτύριό του τον κατατάσσουν στις μορφές, τις οποίες πρέπει συνεχώς να τιμούμε, να μελετούμε, να προβάλλουμε προς τη νέα γενιά. Η πνευματική παρακαταθήκη του παραμένει πάντα επίκαιρη.


Του Κωνσταντίνου Χολέβα

ΠΗΓΗ: arxon.gr

Ο Χρυσόστομος Καλαφάτης, του Νικολάου και της Καλλιόπης, γεννήθηκε το 1867 στην Τρίγλια της Προποντίδος. Ήταν, λοιπόν, Μικρασιάτης εκ καταγωγής. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, χειροτονήθηκε κληρικός και γρήγορα προήχθη σε Πρωτοσύγκελλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί Κωνσταντίνου Ε΄. Το 1902 εξελέγη Μητροπολίτης Δράμας, Ζιχνών και Φιλίππων. Βοήθησε τον Ελληνισμό της Μακεδονίας στον Μακεδονικό Αγώνα, δηλαδή στον διμέτωπο αγώνα κατά των Τούρκων κατακτητών και των Βουλγάρων κομιτατζήδων. Λόγω διαφόρων κινδύνων μετέφερε κατά περιόδους την έδρα του από τη Δράμα στην Αλιστράτη Σερρών. Για ένα διάστημα αναγκάσθηκε να μετακινηθεί στη Θεσσαλονίκη.

Το 1909 το Πατριαρχείο τον απομάκρυνε από τη Δράμα κατόπιν οθωμανικών πιέσεων και το 1910 τον εξέλεξε Μητροπολίτη Σμύρνης. Και εκεί η δράση του ενόχλησε τούς Τούρκους, γι’ αυτό και αποσύρθηκε την Κωνσταντινούπολη κατά το διάστημα 1914-1918. Στις 2.5.1919 υποδέχθηκε με Δοξολογία τον Ελληνικό Στρατό, ο οποίος αποβιβάσθηκε στη Σμύρνη με εντολή πενταετούς διαρκείας των Νικητριών Δυνάμεων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. (Μετά τα πέντε έτη θα αποφάσιζε ο τοπικός πληθυσμός με δημοψήφισμα αν η περιοχή Σμύρνης θα παρέμενε υπό ελληνική διοίκηση).

Ο Μητροπολίτης αγωνίσθηκε υπέρ της Εκκλησίας, της Ελληνικής Παιδείας, της νεολαίας και ίδρυσε περιοδικά, σχολεία και αθλητικά σωματεία. Στις 28 Αυγούστου, μετά την αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού και την είσοδο των στρατευμάτων του Μουσταφά Κεμάλ στη Σμύρνη, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος έγινε ιερόν σφάγιον υπέρ Πίστεως και Πατρίδος.

Τον Νοέμβριο του 1992 η Εκκλησία της Ελλάδος κατέταξε στις αγιολογικές δέλτους τον Εθνοϊερομάρτυρα Χρυσόστομο Καλαφάτη και τους συν αυτώ αναιρεθέντες Ορθοδόξους κληρικούς της Τραγωδίας του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία και στον Πόντο. Η μνήμη τους ως Αγίων τιμάται κατά την Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, πάντα κατά μήνα Σεπτέμβριο. Τούτο γίνεται διότι η σφαγή των Ελλήνων στα Μικρασιατικά παράλια αποκορυφώθηκε τις τελευταίες ημέρες του Αυγούστου με το Παλαιό Ημερολόγιο, άρα στις αρχές Σεπτεμβρίου με το Νέο Ημερολόγιο.

Το μαρτύριο

Στο περιοδικό ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ των Αθηνών δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 1922 η ομιλία του Γάλλου Βουλευτού Σολιέ στη Βουλή της πατρίδας του, στην οποία περιγράφεται το μαρτύριο του Έλληνος Ιεράρχου βάσει των περιγραφών Γάλλων αυτοπτών μαρτύρων. Ας σημειωθεί ότι δεν υπήρξε Έλληνας αυτόπτης μάρτυς λόγω του φόβου που επικρατούσε. Ο Γάλλος Βουλευτής διηγείται:

«Ο (Γάλλος) Πρόξενος κ. Γκραγιέ έσπευσε αμέσως να στείλει ένα απόσπασμα Γάλλων ναυτών εις τον Έλληνα Μητροπολίτην δια να του προτείνει να μεταβει υπό ασφαλή συνοδείαν είτε εις το μοναστήριον του Σακρέ Κερ (σημ. Ρωμαιοκαθολικό) είτε εις το Προξενείον. Ο Ιεράρχης με μίαν θαυμασίαν αυτοθυσίαν, προ της οποίας υποκλίνομαι μετά σεβασμού, καίτοι δεν ανήκεν εις την Εκκλησίαν μας, ηρνήθη να δεχθει οιανδήποτε προστασίαν. «Είμαι εις το μέσον των πιστών μου, απήντησε. Πρέπει να μείνω μαζί τους».

Ενώ η περιπολία μας μετά ΄την άρνησίν του αυτή απεσύρετο, κατέφθασεν ένας Τούρκος αξιωματικός με δύο στρατιώτας, ο οποίος παρέλαβε μεθ’ εαυτού τον Μητροπολίτην. Τον ωδήγησεν εις το ακρότατον σημείον της ευρωπαϊκής συνοικίας, προ του καταστήματος ενός κουρέως. Του εφόρεσαν ένα λευκόν επενδύτην, δια να φαίνεται και από μακρυά καλά το μαρτύριόν του και από εκεί, κύριοι, έλαβε χώραν ένα από τα τρομακτικά εκείνα εγκλήματα, που περιέχει η ιστορία των μεγαλομαρτύρων.

Ο φανατικός όχλος ήρχισε το μαρτύριον με την βιαίαν αποκοπήν της γενειάδος του σεβαστού ιεράρχου. Έπειτα ήρχισαν να τον κτυπούν σε διάφορα μέρη του σώματός του με εγχειρίδια (μαχαίρια). Του έκοψαν έπειτα τα αυτιά και την μύτην. Γυναίκες και άνδρες τυφλωμένοι από τον φανατισμόν συμμετέχουν εις το έγκλημα αυτό. … Ο όχλος έσυρεν έπειτα τον μαρτυρικόν γέροντα εις την τουρκικήν συνοικίαν, τον διεμέλισεν και παρέδωκε τα μέλη του εις τους κύνας. Ο στρατηγος Νουρεντίν πασάς είχεν ειπή: «Τον παραδίδω εις τον λαόν. Εάν έκαμε καλόν, ο λαός θα του φερθή καλά. Έάν έκαμε κακόν, ο λαός θα του φερθή κακά» .

Παρεμφερής είναι και η αφήγηση του εκ Σμύρνης Ακαδημαϊκού και Αρχαιολόγου Γεωργίου Μυλωνά, ο οποίος είχε συλληφθεί από τους Τούρκους τον Αύγουστο του 1922, αλλά διεσώθη και απέφυγε τα «Τάγματα Εργασίας». Το μαρτύριο του Αγίου Χρυσοστόμου το άκουσε από τα χείλη ενός Τουρκοκρητικού δεσμοφύλακος, ο οποίος είπε ότι πυροβόλησε και σκότωσε τον Ιεράρχη για να τον απαλλάξει από τα συνεχή βασανιστήρια. Ο Τουρκοκρητικός υπογράμμισε ότι είδε τον Άγιο Χρυσόστομο να ευλογεί με τα ματωμένα χέρια του και να συγχωρεί τους βασανιστές του. Ήταν μόνον 55 ετών. Δυστυχώς το άγιο λείψανό του δεν έχει βρεθεί.

Η πνευματική παρακαταθήκη του

Η Ορθοδοξία. Ο Άγιος είχε στιβαρή θεολογική κατάρτιση και έδωσε αγώνες υπέρ της Ορθοδόξου Πίστεως. Ως νέος θεολόγος έγραψε μελέτη για τις δογματικές διαφορές μεταξύ Ορθοδόξων και Προτεσταντών. Αργότερα απέδειξε το λάθος των Ρωμαιοκαθολικών, οι οποίοι έλεγαν ότι … ανακάλυψαν στην Έφεσο τον Τάφο της Παναγίας. Επίσης στη Δράμα έδωσε μάχη κατά της Ουνίας και κατά της Βουλγαρικής Σχισματικής Εξαρχίας. Στη Σμύρνη εξέδωσε το περιοδικό ΑΓΙΟΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ, όπου ο ίδιος και οι συνεργάτες του δημοσίευαν εμπνευσμένα κηρύγματα.

Στις τελευταίες στιγμές πριν από τη σύλληψή του διάβαζε τα Πάθη του Κυρίου από το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον.

Ο Ελληνισμός 

Και στη Δράμα και στη Σμύρνη ο Άγιος Χρυσόστομος ανεδείχθη σε θεματοφύλακα των εθνικών παραδόσεων και σε μαχητή υπέρ του διωκομένου Ελληνισμού. Στην περιοχή Δράμας και Ζιχνών κινδύνευσε η ζωή του από ενέδρες Βουλγάρων εθνικιστών (κομιτατζήδων). Με επιστολές του σε Έλληνες πολιτικούς και διπλωμάτες περιέγραφε τους πολλαπλούς κινδύνους που αντιμετώπιζε η Μακεδονία μας.

Στη Σμύρνη κατέγραψε τα εγκλήματα των Νεοτούρκων κατά του Ελληνισμού της Φώκαιας και άλλων περιοχών, τα οποία είχαν αρχίσει από το 1914. Καθιέρωσε τις παρελάσεις των ελληνικών σχολείων της Σμύρνης και εμπέδωσε το πατριωτικό φρόνημα. Έγραψε επιστολές στη Μασσαλία της Γαλλίας και ζήτησε τη βοήθεια των Γάλλων, δεδομένου ότι η Μασσαλία ιδρύθηκε από οικιστές Έλληνες της αρχαίας Φώκαιας. Όταν έφευγε οριστικά από τη Δράμα οι Έλληνες κάτοικοι τον αποχαιρέτησαν συγκινημένοι και του είπαν: «Μάς βρήκες λαγούς και μάς έκανες λιοντάρια», δηλαδή αναγνώρισαν ότι ο γενναίος Ιεράρχης τούς εμψύχωσε για να αγωνισθούν υπέρ των εθνικών δικαίων.

Η θυσία 

Θα μπορούσε να διαφύγει με τη βοήθεια ξένων προξένων ή Ρωμαιοκαθολικών κληρικών. Άλλωστε ο πολιτικός διοικητής, ο Αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης, είχε φύγει με αγγλικό πλοίο για να σώσει τη ζωή του. Ο Άγιος Χρυσόστομος έμεινε εκεί συνειδητά για να θυσιασθεί υπέρ του ποιμνίου του. Μιμήθηκε τους προκατόχους του, τον Άγιο Πολύκαρπο Σμύρνης, Μάρτυρα του 2ου μ.Χ. αιώνος, και τον Άγιο Γρηγόριο Ε΄, τον μαρτυρικό Πατριάρχη του 1821, ο οποίος διετέλεσε Μητροπολίτης Σμύρνης. Ο Χρυσόστομος είχε πλήρη επίγνωση των λόγων που απευθύνει ο Θεός στον Άγγελο (Επίσκοπο) της Σμύρνης: «Γίνου πιστός ἄχρι θανάτου, καί δώσω σοι τόν στέφανον τῆς ζωῆς» (Ἀποκάλυψις Ἰωάννου, 2.10).

Η Παιδεία και ο Αθλητισμός 

Ο Άγιος Χρυσόστομος καλλιέργησε την ελληνική παιδεία και τα γράμματα στη Δράμα και στη Σμύρνη. Ενίσχυσε τα σχολεία, αναβίωσε αθλητικά σωματεία, ενθάρρυνε τον αθλητισμό και τις μαθητικές γιορτές και παρελάσεις. Στη Δράμα συγκέντρωνε τα ελληνόπουλα για να αθλούνται στο κεντρικό Γυμναστήριο. Ο Πανιώνιος στη Σμύρνη απέκτησε με τη βοήθεια του Δεσπότη νέο και ωραίο στάδιο το 1912. Ο Χρυσόστομος έδινε έμφαση στη μόρφωση και στην αθλητική παιδεία της νεολαίας. Ήθελε νέους εύρωστους με ελληνορθόδοξο φρόνημα. Επίσης στήριξε τους δημοσιογράφους και τα ελληνικά έντυπα.

Η διαφύλαξη της Μνήμης

Ο Άγιος μάς διδάσκει με τον βίο του και με το παράδειγμά του ότι οφείλουμε να διατηρήσουμε την ιστορική Μνήμη. Να θυμόμαστε τον Ελληνικό και Χριστιανικό Πολιτισμό της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης. Να διδάσκουμε την ιστορική αλήθεια χωρίς εκδικητικότητα. Να γνωρίζουμε ότι έγινε μία συστηματική Γενοκτονία των Ελλήνων και των Αρμενίων από τους Νεοτούρκους και από τους Κεμαλικούς (1914-1922). Αλλά να μην καλλιεργούμε τον φανατισμό οποιασδήποτε μορφής. Άλλωστε ο ίδιος συγχώρησε τους διώκτες και δημίους του.

Η ελπίδα. Οι πολυάριθμοι Μικρασιάτες πρόσφυγες, που ήλθαν ξεριζωμένοι το 1922 λόγω των σφαγών και το 1923-24 με την ανταλλαγή των πληθυσμών, αναρτούσαν στα σπίτια τους τη φωτογραφία του Χρυσοστόμου Σμύρνης. Από την πρώτη στιγμή τον τιμούσαν ως Άγιο. Έφεραν επίσης τα λείψανα των Αγίων και τις σεβάσμιες εικόνες τους. Ξανάχτισαν τη ζωή τους και τα σπιτικά τους, αναγεννήθηκαν και συνέβαλαν δημιουργικά στην κοινωνική, οικονομική και πνευματική ζωή της Ελλάδος, παρά τις αρχικές δυσκολίες που αντιμετώπισαν. Είχαν διδαχθεί να πιστεύουν στη Θεία Πρόνοια και να μην απογοητεύονται. Αντλούσαν ελπίδα και θάρρος από τη Χριστιανική Πίστη του Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης.

Όλη η ζωή και η δράση του Αγίου Χρυσοστόμου (Καλαφάτη) υπήρξε ένα διαρκές κήρυγμα Χριστιανικής ελπίδας και εθνικής αυτοπεποιθήσεως. Ήταν ένας γνήσιος εκφραστής της Ελληνορθόδοξης παράδοσης. Ας έχουμε την ευλογία του!




Τρίτη 12 Ιουλίου 2022

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (1924 - 1994)

 Σύντομος Βίος

(Απόσπασμα απο το βιβλίο Ιερόν Ησυχαστήρίον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»)

O Ἅγιος Παΐσιος γεννήθηκε στὰ Φάρασα τῆς Καππαδοκίας, στὶς 25 Ἰουλίου τοῦ 1924. Χάρη στὴν ἁγία καὶ φωτισμένη παρουσία τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκου, ποὺ ἦταν ἱερεὺς τοῦ χωριοῦ, τὰ Φάρασα ἀποτελοῦσαν μιὰ μικρὴ ἑστία Ἑλληνισμοῦ καὶ Ὀρθοδοξίας στὰ βάθη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὁ πατέρας τοῦ Γέ­ροντος Παϊσίου Πρόδρομος Ἐζνεπίδης ἦταν πρόεδρος τοῦ χωριοῦ καὶ διακρινόταν γιὰ τὴν εὐστροφία καὶ τὴν παλληκαριά του, ἐνῶ ἡ μητέρα του Εὐλογία διακρινόταν γιὰ τὴν σύνεση, τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν εὐλάβειά της. Ἡ γέννησή του συνέπεσε μὲ τὶς τραγικὲς ἡμέρες τοῦ ξεριζωμοῦ τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὴν γῆ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Λίγες ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὸν ξεριζωμό, ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος βάπτισε ὅλα τὰ ἀβάπτιστα παιδιὰ τοῦ χωριοῦ. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἦταν καὶ ὁ Γέροντας Παΐσιος. Ὁ Ἅγιος προβλέποντας ὅτι θὰ γίνη καλόγερος, δὲν τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα ποὺ ἤθελαν οἱ γονεῖς του, ἀλλὰ τὸ δικό του ὄνομα λέγοντας: «Ἐσεῖς καλὰ θέλετε νὰ ἀφήσετε ἄνθρωπο στὸ πόδι τοῦ παπποῦ, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀφήσω καλόγερο στὸ πόδι μου;».

Ἡ φυγὴ τῶν Φαρασιωτῶν ἀπὸ τὴν πατρογονικὴ γῆ ἔγινε στὶς 14 Αὐγούστου τοῦ 1924 καὶ μετὰ ἀπὸ πολλὲς ταλαιπωρίες ἔφθασαν στὴν Ἑλλάδα. Ἡ οἰκογένεια τοῦ μικροῦ Ἀρσενίου ἐγκαταστάθηκε τελικὰ στὴν ἀκριτικὴ καὶ ὀρεινὴ Κόνιτσα τῆς Ἠπείρου. Ἐκεῖ ὁ Ἀρσένιος ἔζησε τὰ παιδικὰ καὶ νεανικά του χρόνια μέσα σὲ ἕνα περιβάλλον ποὺ ἀπέπνεε τὸ ἄρωμα τῆς ἀνατολίτικης εὐλάβειας καὶ ἦταν διαποτισμένο ἀπὸ τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου. Οἱ γονεῖς του, καὶ κυρίως ὁ ψάλτης τοῦ Ἁγίου Πρόδρομος Κορτσινόγλου, διηγοῦνταν ὅσα θαυμαστὰ εἶχαν ζήσει κοντὰ στὸν Ἅγιο Ἀρσένιο. Οἱ θαυμαστὲς διηγήσεις γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου ἄναψαν στὴν παι­δικὴ ψυχὴ τοῦ Ἀρσενίου τὴν ἐπιθυμία νὰ γίνη καὶ αὐτὸς καλό­γερος. Ἐπίσης πολὺ τὸν βοήθησε στὸ νὰ ἀγαπήση τὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ νὰ ἀποκτήση ἀπὸ μικρὸς ἀγωνιστικὸ πνεῦμα καὶ ἡ μητέρα του, ἡ ὁποία ἀξιοποιώντας ἁπλὰ καθημερινὰ γεγονότα, τὸν δίδα­ξε τὴν ταπείνωση καὶ τοῦ ἔμαθε νὰ σκέφτεται πνευματικά.

Ὅταν ὁ Ἀρσένιος πῆγε σχολεῖο καὶ ἔμαθε νὰ διαβάζη, ἄρχισε νὰ μελετᾶ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ σύντομα Συναξάρια Ἁγίων. Ὅ,τι διά­βαζε στοὺς βίους τῶν Ἁγίων προσπαθοῦσε νὰ τὸ ἐφαρμόζη, καὶ ἔτσι ὅλο καὶ περισσότερο αὐξανόταν ὁ ζῆλος του γιὰ τὴν ἀσκη­τικὴ ζωή. Πολὺ συχνὰ πήγαινε στὸ ἐξωκκλήσι τῆς Ἁγίας Βαρβά­ρας, ποὺ βρισκόταν μέσα στὸ δάσος καὶ σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ σπίτι του, καὶ ἐκεῖ μελετοῦσε βίους Ἁγίων, ἔψαλλε, προσευχόταν καὶ ἔκανε πολλὲς μετάνοιες.

Ἀναφερόμενος ἀργότερα στὰ χρόνια αὐτὰ ἔλεγε: «Τὰ Συναξάρια πολὺ μὲ βοήθησαν στὴν πνευματικὴ ζωή. Ἀπὸ δέκα ὣς δεκαέξι ἐτῶν, δηλαδὴ μέχρι τὸ 1940 ποὺ ἄρχι­σε ὁ Ἑλληνοϊταλικὸς πόλεμος, ἔζησα ἀμέριμνος τὴν πνευματικὴ ζωή· πέρασα τὰ καλύτερά μου χρόνια. Ὅταν ἔτρωγα ἕνα κομμάτι κουλούρα καὶ πήγαινα στὸ δάσος, στὸ ξωκκλήσι τῆς Ἁγίας Βαρ­βάρας, ὤ, ἔνιωθα τέτοια χαρά, ποὺ δὲν ἤθελα τίποτε ἄλλο! Τὰ κα­λύτερα φαγητὰ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντικαταστήσουν ἐκείνη τὴν πνευματικὴ χαρὰ ποὺ ἔνιωθα. Πετοῦσα ἀπὸ τὴν χαρά μου!».

Μετὰ τὸ δημοτικὸ Σχολεῖο, ὁ Ἀρσένιος δὲν θέλησε νὰ πάη στὸ Γυμνάσιο, ἀλλὰ προτίμησε νὰ μάθη τὴν τέχνη τοῦ ξυλουργοῦ, γιὰ νὰ μιμηθῆ καὶ σ' αὐτὸ τὸν Χριστό. Ὅταν ἦταν δεκαπέντε ἐτῶν, κάποιος συμπατριώτης του, προκειμένου νὰ τὸν ἀποτρέψη ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ ζωή, τοῦ μίλησε γιὰ τὴν θεωρία τοῦ Δαρβίνου καὶ προ­σπάθησε νὰ τὸν πείση ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός. Ζαλισμένος ἀπὸ λογι­σμοὺς ὁ Ἀρσένιος κατέφυγε στὸ ἐκκλησάκι τῆς Ἁγίας Βαρβάρας, ὅπου γιὰ πολλὴ ὥρα ἔκανε μετάνοιες παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ τοῦ φανερωθῆ, γιὰ νὰ στερεωθῆ στὴν πίστη του. Κάποια στιγμή, κα­τάκοπος ἀπὸ τὶς πολλὲς μετάνοιες, κάθησε νὰ ξεκουρασθῆ καὶ σκέ­φθηκε: «Ἀκόμη κι ἂν ὁ Χριστὸς ἦταν ἁπλῶς ἕνας καλὸς καὶ δίκαι­ος ἄνθρωπος, ὅπως μοῦ εἶπε ὁ συμπατριώτης μου, καὶ οἱ Ἑβραῖοι τὸν θανάτωσαν ἀπὸ φθόνο, ἀξίζει καὶ νὰ πεθάνω γι' Αὐτόν».

Μόλις ἔβαλε αὐτὸν τὸν φιλότιμο λογισμό, παρουσιάσθηκε μέσα σὲ φῶς ὁ Χριστὸς καὶ τοῦ εἶπε: «Ἐγώ εἰμι ἡ Ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται». Τὰ ἴδια λόγια διάβα­ζε καὶ στὸ ἀνοιχτὸ Εὐαγγέλιο ποὺ κρατοῦσε ὁ Χριστὸς στὸ χέρι Του. Ὕστερα ἀπὸ τὸ θεῖο αὐτὸ γεγονός, δυναμωμένος στὴν πίστη, αὔξησε ἀκόμη περισσότερο τοὺς φιλότιμους ἀγῶνες του.

Τὰ δύσκολα χρόνια τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου, καθὼς καὶ τὰ πρῶτα χρόνια τοῦ Ἀνταρτοπολέμου, μέχρι τὸν Φεβρουά­ριο τοῦ 1948, ἔμεινε στὴν Κόνιτσα ὡς προστάτης τῆς οἰκογενείας του, γιατὶ τὰ μεγαλύτερα ἀδέλφια του εἶχαν ἐπιστρατευθῆ. Ἐρ­γαζόταν φιλότιμα, μὲ δεξιοτεχνία καὶ σβελτάδα, ἐνῶ μὲ τὸν νοῦ του ἔλεγε συνέχεια τὴν εὐχή. Ἦταν ἀφιλοκερδὴς καὶ διακρινόταν γιὰ τὴν ἀνεξικακία καὶ τὴν εὐσπλαγχνία του πρὸς ὅλους.

Κι ὅταν στὴν συνέχεια ὑπηρέτησε σὲ ἐμπόλεμη κατάσταση τὴν στρατιωτική του θητεία, διακρίθηκε γιὰ τὸ ἦθος, τὴν παλλη­ καριὰ καὶ τὴν αὐτοθυσία του. Γιὰ νὰ προφυλάξη συστρατιῶτες του, ἰδίως οἰκογενειάρχες, συχνὰ ἀναλάμβανε δύσκολες ἀποστο­λές. «Καλύτερα, ἔλεγε, νὰ σκοτωθῶ μιὰ φορὰ ἐγώ, παρὰ νὰ σκο­τωθῆ ὁ ἄλλος καὶ ὕστερα νὰ μὲ σκοτώνη ἡ συνείδησή μου σὲ ὅλη μου τὴν ζωή». Μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς του καὶ χάρη στὴν θερμὴ προ­σευχή του ἔσωσε πολλὲς φορὲς συναδέλφους του ἀπὸ βέβαιο θά­νατο. Ὡς ἀσυρματιστὴς τοῦ στρατοῦ ἔστελνε σήματα καὶ καλοῦσε ἐνισχύσεις, καὶ ὡς ἀσυρματιστὴς τοῦ Θεοῦ καλοῦσε μὲ τὶς προσευ­χές του τὴν «ἐξ ὕψους δύναμιν». Κάποτε, ἐνῶ οἱ ἀντάρτες τοὺς εἶχαν περικυκλώσει καὶ οἱ σφαῖρες ἔπεφταν βροχή, ἐκεῖνος ὄρθιος, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα, προσευχόταν. Ἄλλοτε μιὰ σφαῖρα σφη­νώθηκε στὴν μικρὴ Ἁγία Γραφὴ ποὺ εἶχε ἐπάνω του καὶ σώθηκε ὡς ἐκ θαύματος. Καὶ ἄλλη φορά, καθὼς ἔβγαινε χωρὶς κράνος ἀπὸ πρόχειρο ὀχύρωμα ποὺ παραχώρησε σὲ συστρατιῶτες του, μία σφαῖρα τοῦ ξύρισε τὰ μαλλιά, χωρὶς νὰ τὸν τραυματίση. Ὅσοι γύρω του ἀντιλαμβάνονταν τὶς θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ, ἔλεγαν: «Αὐτὸς ἢ ἅγιο ἔχει ἢ ἅγιος εἶναι»!

Σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐννέα ἐτῶν, ὁ Ἀρσένιος ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, γιὰ νὰ καταταγῆ στὸ Ἀγγελικὸ Τάγμα τῶν μονα­χῶν. Ποθώντας τὴν ἡσυχαστικὴ ζωή, ἀρχικὰ ἐπισκέφθηκε μερικὰ Κελλιὰ καὶ ἔμεινε λίγους μῆνες στὸ καθένα. Τελικὰ ἀποφάσισε νὰ πάη στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἐσφιγμένου, ἡ ὁποία ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἦταν τὸ πιὸ αὐστηρὸ Κοινόβιο. Ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἡγούμενο νὰ πα­ραμείνη γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα στὸ Μοναστήρι, μὲ σκοπὸ νὰ προετοιμασθῆ γιὰ τὴν ἔρημο, καὶ ἐκεῖνος τὸν δέχθηκε. Ὕστερα μά­λιστα ἀπὸ ἕξι μῆνες, βλέποντας τὸν ζῆλο του, τοῦ πρότεινε νὰ γίνη Μεγαλόσχημος. Ὁ Ἀρσένιος ὅμως δὲν ἔνιωθε τὸν ἑαυτό του ἄξιο, γι' αὐτὸ ἔλαβε μόνον τὴν ρασοευχὴ καὶ ὀνομάσθηκε Ἀβέρκιος.

Ὡς ἀρχάριος μοναχὸς ὁ Ἀβέρκιος παρακολουθοῦσε μὲ προ­σοχὴ τὸν ἑαυτό του, ἔκανε φιλότιμη ἄσκηση καὶ τηροῦσε τὴν ὑπακοὴ μέχρι θανάτου. Ὑποτασσόταν μὲ μεγάλη προθυμία ὄχι μόνο στὸν Ἡγούμενο ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε ἀδελφό. Κι ὅταν ἔβλεπε μερικοὺς ἀδελφοὺς νὰ δυσκολεύωνται στὴν διακονία τους, μὲ χα­ρὰ ἔτρεχε καὶ τοὺς βοηθοῦσε. Πολλὲς φορὲς πηγαίνοντας ἀπὸ τὴν μία διακονία στὴν ἄλλη, χωρὶς νὰ παραλείπη καὶ τὰ πνευματι­κά του καθήκοντα, εἶχε μία μόνον ὥρα μέσα στὸ εἰκοσιτετράωρο γιὰ ἀνάπαυση. Ἡ καρδιά του ὅμως ἦταν ἀναπαυμένη, καθὼς φτε­ρούγιζε ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀδελφούς. Μέσα στὸ εὐλογημένο αὐτὸ Κοινόβιο ὁ μοναχὸς Ἀβέρκιος ἔζησε τρία χρό­νια κάνοντας ὑπὲρ φύσιν ἀσκητικοὺς ἀγῶνες, ἀλλὰ καὶ γευόμενος ἄφθονη τὴν θεία παρηγοριά. Μιὰ φορὰ ποὺ εἶχε ἐξαντλήσει ὅλες τὶς δυνάμεις του, τοῦ συνέβη ἕνα θεῖο γεγονὸς πού, ὅπως ἔλεγε ἀρ­γότερα ὁ ἴδιος, «τὸν ἔθρεψε πνευματικὰ γιὰ δέκα χρόνια». Ἐνῶ προσευχόταν ὄρθιος τὴν νύκτα, ξαφνικὰ τὸν περιέλουσε ἕνα οὐρά­νιο φῶς. Ἀπὸ τὰ μάτια του ἔτρεχαν «ἀσταμάτητα γλυκὰ δάκρυα» καὶ μία θεία ἀγαλλίαση τὸν πλημμύρισε.

Μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια ὑπακοῆς καὶ προόδου στὴν ἀρετή, ἀφοῦ «εἶχε βγάλει πλέον τὰ πνευματικὰ φτερά», πῆρε ἀπὸ τὸν Ἡγούμενο εὐλογία νὰ ἀναχωρήση στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ ζήση τὴν ποθητή του ἡσυχαστικὴ ζωή. Συνάντησε ὅμως ἐμπόδια ἀπὸ τὸν ἀντιπρόσωπο τῆς Μονῆς Ἐσφιγμένου, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελε νὰ φύγη ἀπὸ τὸ Μονα­στήρι ἕνας τόσο χρήσιμος ἀδελφός. Τότε ὁ ἐνάρετος Γέροντας Κύ­ριλλος τῆς Καλύβης τῶν Εἰσοδίων τῆς Κουτλουμουσιανῆς Σκήτης, ποὺ τὸν εἶχε ἤδη δεχθῆ ὡς ὑποτακτικό, τὸν συμβούλεψε νὰ πάη στὴν ἰδιόρρυθμη τότε Μονὴ Φιλοθέου, ὅπου ζοῦσε ὁ Φαρασιώτης καὶ συγγενής του Προηγούμενος Συμεών. «Ἐκεῖ, τοῦ εἶπε, μπορεῖς νὰ ζῆς πιὸ ἀσκητικά, ἀθόρυβα, καὶ ἐγὼ θὰ σὲ παρακολουθῶ».

Ἔτσι πῆγε στὴν Μονὴ Φιλοθέου (τὸ 1956), ὅπου μετὰ ἀπὸ ἕναν χρόνο τὸν ἔκειραν σταυροφόρο μοναχὸ καὶ τοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομα Παΐσιος. Οἱ ἐπίτροποι τῆς Μονῆς τοῦ ἀνέθεσαν τὸ ὑπεύθυνο καὶ κοπιαστικὸ διακόνημα τοῦ δοχειάρη καὶ τοῦ τραπεζάρη. Μὲ πολὺ μόχθο προσπαθοῦσε νὰ ἀνταποκριθῆ μόνος του στὶς ἀπαιτήσεις τοῦ διακονήματος, ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ πάρη λαϊκοὺς ὡς βοηθούς, γιὰ νὰ μὴν τὸν διακόπτουν ἀπὸ τὴν νοερὰ ἐργασία τῆς προσευχῆς. Λόγῳ τῆς διακονίας του ἐρχόταν κάθε μέρα σὲ ἐπικοινωνία μὲ ὅλους τοὺς Πατέρες τῆς Μονῆς, μὲ τοὺς ἐργάτες καὶ μὲ τοὺς φτωχοὺς ποὺ κατέφευγαν στὸ Μοναστήρι. Σὲ ὅλους αὐτοὺς μοίραζε μὲ ὑπομονὴ καὶ ἀγάπη τὰ τρόφιμα, προσπαθώντας νὰ ἀναπαύση τὶς ἀνάγκες τους. Ὁ ἴδιος εἶχε περιορίσει τὶς ἀνάγκες του στὸ ἐλάχιστο· κάθε μέρα ἔκανε ἐνάτη καὶ τὴν νύκτα ἀγρυπνία, ἐνῶ συχνὰ ἔκανε τριήμερα. Τρεφόταν ὅμως πνευματικά, καθὼς εἶχε τὴν εὐκαιρία καὶ τὴν εὐλογία νὰ ἐπικοινωνῆ μὲ ἁγίους Γέροντες ἐρημίτες. Τὸ πνευματικό τους μέλι γλύκαινε τὴν ψυχή του καὶ μέσα του ἄναβε ὅλο καὶ περισσότερο ὁ πόθος τῆς ἐρημικῆς ζωῆς. Ἀλλὰ καὶ πάλι τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ ἦταν ἄλλο γιὰ τὸν ἀγαθὸ δοῦλο Του. Ἐνῶ ἦταν ἕτοιμος νὰ φύγη γιὰ τὴν ἔρημο τῶν Κατουνακίων, ἡ Παναγία τὸν πληροφόρησε ὅτι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ δὲν ἦταν νὰ πάη στὰ ἐρημικὰ Κατουνάκια, ἀλλὰ στὴν πατρίδα του, τὴν Κόνιτσα, στὴν ἐρειπωμένη καὶ καμένη ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς Ἱερὰ Μονὴ Στομίου. Σὰν σὲ τηλεόραση εἶδε ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ τὰ Κατουνάκια καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν Μονὴ Στομίου. Ἀμέσως, μὲ λαχτάρα στράφηκε πρὸς τὰ Κατουνάκια καὶ τότε ἄκουσε τὴν φωνὴ τῆς Παναγίας νὰ τοῦ λέη: «Δὲν θὰ πᾶς στὰ Κατουνάκια‧ θὰ πᾶς στὴν Μονὴ Στομίου».

Πῆγε λοιπὸν στὴν Μονὴ Στομίου τὸν Αὔγουστο τοῦ 1958 καὶ παρέμεινε τέσσερα χρόνια. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, μὲ κοπια­ στικὴ προσωπικὴ ἐργασία καὶ θυσίες, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν συμπαρά­σταση εὐλαβῶν Κονιτσιωτῶν, ἀνακαίνισε τὸ καμένο Μοναστή­ρι τῆς Παναγίας. Στὸ Στόμιο ὁ πατὴρ Παΐσιος ἔζησε ὡς γνήσιος ἀσκητὴς καὶ ὡς «καλὸς ποιμήν». Οἱ ἀσκητικοί του ἀγῶνες γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἦταν ὑπερφυσικοὶ καὶ ἡ ποιμαντική του φροντίδα γιὰ τοὺς κατοίκους τῆς Κόνιτσας ἀκατάπαυστη. Μὲ τὴν ἀγάπη του, τὴν προσευχή του καὶ τὶς διακριτικές του ἐνέργειες κατόρθωσε νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ὀρθοδοξία ὀγδόντα περίπου οἰκογένειες, ποὺ εἶχαν παρασυρθῆ ἀπὸ τοὺς Προτεστάντες. Ἡ πύλη τοῦ Μοναστηριοῦ ἦταν πάντα ἀνοικτὴ γιὰ ὅλους καὶ ὁ πατὴρ Παΐσιος μὲ πατρικὴ στοργὴ φρόντιζε, φιλοξενοῦσε, νουθε­τοῦσε καὶ παρηγοροῦσε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔφθαναν στὸ Μο­ναστήρι μετὰ ἀπὸ δύσκολη ἀνάβαση δύο ὡρῶν. Τὸν ἴδιο δρόμο ἐκεῖνος τὸν ἔκανε σὲ τρία τέταρτα, καὶ μάλιστα τὶς περισσότερες φορὲς φορτωμένος. Ἄλλοτε ἀνέβαζε ὑλικὰ γιὰ τὴν ἀνακαίνιση τῆς Μονῆς, ἄλλοτε κατέβαινε νύκτα στὴν Κόνιτσα μὲ διάφορες εὐλογίες, τὶς ὁποῖες ἄφηνε ἀθόρυβα στὶς πόρτες φτωχῶν οἰκογενειῶν, ὄχι μόνο Χριστιανῶν ἀλλὰ καὶ Μουσουλμάνων. Ὅλοι ἀποροῦσαν πῶς αὐτὸς «ὁ σκελετωμένος καλόγερος» μποροῦσε μὲ λίγο τσάι καὶ παξιμάδι, ποὺ ἦταν ἡ συνηθισμένη του τροφή, νὰ ἐργάζεται τόσο πολὺ καὶ παράλληλα νὰ ἀγρυπνῆ κάθε βράδυ καὶ νὰ ἀσκητεύη μέσα σὲ σπηλιές.

Ὁ πατὴρ Παΐσιος στὸ Στόμιο ὑπέμεινε μεγάλους πειρασμοὺς ἀπὸ τὸν μισόκαλο διάβολο, ὁ ὁποῖος βλέποντας νὰ καρποφοροῦν οἱ φιλότιμοι ἀγῶνες του ἔβαλε ἐμπόδια στὸ ἔργο του. Ἀφημένος ὅμως ὁλοκληρωτικὰ στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, κατάλαβε ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψη τὸ «Περιβολάκι τῆς Παναγίας», ὅπως ὀνόμαζε τὴν Μονὴ Στομίου, καὶ προσευχήθηκε στὸν Θεὸ νὰ τοῦ ἀποκαλύψη τὸ θέλημά Του καὶ νὰ τοῦ δείξη «ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσεται».

Ἔτσι, τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1962 δέχθηκε σὰν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ τὴν πρόταση νὰ μεταβῆ στὸ Θεοβάδιστο Ὄρος Σινᾶ. Ἔμεινε γιὰ λίγο στὸ Μοναστήρι τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης καὶ στὴν συνέχεια ἐγκαταστάθηκε στὸ ἀσκητήριο τῶν Ἁγίων Γαλακτίωνος καὶ Ἐπιστήμης, ποὺ ἀπέχει μία ὥρα περίπου ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Ἐκεῖ, νῆστις, ἀνυπόδητος καὶ μονοχίτων, ὅπως οἱ παλαιοὶ ἀσκη­τές, ἀφιερωμένος στὴν ἀδιάλειπτη εὐχή, ἔζησε ζωὴ ἰσάγγελη, βίωσε ὑψηλὲς πνευματικὲς καταστάσεις καὶ ἀξιώθηκε θείων χαρισμά­ των καὶ ἀποκαλύψεων. Οἱ πολέμιοι δαίμονες τὸν πολεμοῦσαν μὲ ὅλη τους τὴν μανία, αὐτὸς ὅμως ἀγωνιζόμενος στὸν ἀπαράκλητο ἐκεῖνο τόπο μὲ πολλὴ προσοχὴ καὶ ταπείνωση «συνέτριψε τοῦ ἐχθροῦ τὴν ἔπαρσιν».

Ἡ εὐαίσθητη καρδιά του, ποὺ φλεγόταν ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό, πονοῦσε καὶ γιὰ τοὺς Βεδουΐνους, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν στὴν ἔρημο τοῦ Σινᾶ μὲ μεγάλη ἀνέχεια. Προσπαθοῦσε νὰ τοὺς βοη­θήση, ὅσο μποροῦσε, μὲ τὰ λίγα χρήματα ποὺ ἐξασφάλιζε ἀπὸ τὸ ἐργόχειρό του – σκάλιζε ξύλινα εἰκονάκια. Σύντομα ὅμως ἀντι­μετώπισε τὸ δίλημμα: «Ἦρθα ἐδῶ, γιὰ νὰ βοηθῶ τοὺς Βεδουΐνους ἢ γιὰ νὰ κάνω προσευχὴ γιὰ ὅλον τὸν κόσμο;» καὶ ἀποφάσισε νὰ περιορίση τὴν ἐργασία. Τὴν ἴδια μέρα ποὺ περιό­ρισε τὸ ἐργόχειρό του, πῆγε κάποιος στὸ ἀσκητήριό του καὶ τοῦ πρόσφερε σημαντικὸ χρηματικὸ ποσὸ λέγοντας: «Πάρε αὐτὰ τὰ χρήματα, γιὰ νὰ βοηθᾶς τὰ Βεδουϊνάκια καὶ νὰ μὴ βγαίνης ἀπὸ τὸ ἀσκητικό σου πρόγραμμα». Ὁ πα­τὴρ Παΐσιος τὰ δέχθηκε μὲ πολλὴ συγκί­νηση γιὰ τὴν ἄμεση ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ καὶ συνέχισε τελείως ἀπερίσπαστος τὴν ἀσκητικὴ ζωή του. Ἡ κλονισμένη ὅμως ὑγεία του δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ χαρῆ γιὰ πολὺ τὴν χαρὰ τῆς ἡσυχίας. Καθὼς τὸ ὑψόμετρο ἦταν μεγάλο καὶ ἡ ἀτμο­σφαιρικὴ πίεση χαμηλή, ἡ δύσπνοια ἀπὸ τὴν ἔλλειψη ὀξυγόνου τὸν δυσκόλευε πολύ. Οἱ ἀπότομες ἀλλαγὲς τῆς θερμο­κρασίας μέσα στὸ ἴδιο εἰκοσιτετράωρο – τὴν ἡμέρα ἔκανε πολλὴ ζέστη καὶ τὸ βράδυ πολὺ κρύο – ἐπιβάρυναν τὸ πρό­βλημα ποὺ ἤδη εἶχε στοὺς πνεύμονες. Γι' αὐτὸ ἀναγκάσθηκε νὰ ἀφήση «τὴν γλυ­κειὰ ἔρημο τοῦ Σινᾶ» καὶ νὰ ἐπιστρέψη στὸ Ἅγιον Ὄρος (1964).

Αὐτὴν τὴν φορὰ ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἰβηρίτικη Σκήτη τοῦ Τιμίου Προ­ δρόμου, ὅπου δέχθηκε κοντά του κά­ποιους νέους οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσαν νὰ γίνουν μοναχοί. Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1966, ἐπειδὴ ἡ κατάσταση τῆς ὑγείας του ἐπιδεινώθηκε, ὁ Γέροντας Παΐσιος κατέβηκε στὴν Θεσσαλο­νίκη γιὰ ἐξετάσεις, οἱ ὁποῖες ἔδειξαν ὅτι ἔπρεπε νὰ χειρουργηθῆ στοὺς πνεύμονες, καὶ εἰσήχθη στὸ Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ἑλλάδος. Τότε τὸν γνώρισαν καὶ μερικὲς νέες, οἱ ὁποῖες ἤθελαν ἀπὸ χρόνια νὰ ἱδρύσουν Μοναστήρι, ἀλλὰ συναντοῦσαν δυσκολίες. Οἱ νέες αὐτὲς τὸν ἐπισκέπτονταν καθημερινὰ καὶ ἔδωσαν τὸ αἷμα ποὺ χρειάσθηκε γιὰ τὴν ἐγχείρηση. Ἀπὸ τότε ὁ Γέροντας τὶς θεωροῦσε ἀδελφές του καὶ ἀνέλαβε νὰ τὶς βοηθήση. Βρῆκε τὸν τόπο, γιὰ νὰ κτισθῆ τὸ Μοναστήρι, καὶ σὲ ἕναν χρόνο ἐγκαταστάθηκαν οἱ πρῶτες Ἀδελφές. Ἔτσι ἱδρύθηκε τὸ Ἡσυχα­στήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὴν Σουρωτὴ Θεσσα­ λονίκης, τὸ ὁποῖο ὁ Γέροντας Παΐσιος βοηθοῦσε πνευματικὰ μέ­ χρι τὴν κοίμησή του.

Ἐπιστρέφοντας ὁ Γέροντας στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀναζήτησε «καλύβη στὸ ξηρότερο μέρος τοῦ Ἁγίου Ὄρους». Ἐγκαταστά­θηκε στὰ Κατουνάκια, ὅπου παρὰ τὴν κλονισμένη ὑγεία του, συ­νέχισε τὸ αὐστηρὸ ἀσκητικό του πρόγραμμα καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδι­νε ἄφθονη τὴν θεία παρηγοριά. Κάποια φορά, μιὰ ὁλόκληρη νύ­κτα οὐράνιο γλυκὸ φῶς γέμιζε τὸ φτωχικό του κελλί. Ἔνιωθε νὰ τὸν πλημμυρίζη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ νοῦς του νὰ καταυγάζεται ἀπὸ τὸν θεῖο φωτισμό. Ὅταν ξημέρωσε, τὸ ἡλιακὸ φῶς τοῦ φαινό­ταν σὰν τὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ.

Ὕστερα ἀπὸ ἕναν χρόνο (τὸ 1968) ὁ Γέροντας, κάνοντας ὑπακοὴ στὴν Ἱερὰ Κοινότητα, μετέβη στὴν τότε Ἰδιόρρυθμη Μο­νὴ Σταυρονικήτα, γιὰ νὰ βοηθήση στὴν μετατροπή της σὲ Κοι­νοβιακή. Μὲ ἀγάπη καὶ θυσίες βοήθησε στὴν πνευματικὴ θεμε­λίωση τῆς νέας Ἀδελφότητος στηρίζοντας πνευματικὰ τοὺς νέ­ους μοναχούς. «Ἔχουμε τρόπον τινὰ ἐπιστρατευθῆ, ἔγραφε σὲ ἐπιστολή του. Τρία ἄτομα σχεδὸν κρατοῦμε ὁλόκληρο Μονα­στήρι. Ἀπὸ Προϊστάμενοι μέχρι καθαριστές, διὰ νὰ διοργανω­θοῦν τὰ διακονήματα. Ὁ ἕνας ὑποτακτικός μου ἔγινε Ἡγούμενος καί, ἀφοῦ ταχτοποιηθοῦν τὰ πράγματα, ἐγὼ θὰ μείνω σὲ καμμιὰ καλύβη στὴν περιοχὴ τῆς Μονῆς».

Ἐκείνη τὴν περίοδο εἶχε τὴν εὐ­λογία νὰ μείνη γιὰ μία ἑβδομάδα κο­ντὰ στὸν Γέροντά του Παπα­Τύχωνα, στὸ Σταυρονικητιανὸ Καλύβι τοῦ Τι­μίου Σταυροῦ, γιὰ νὰ τὸν φροντίση τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του. Δύο μέ­ρες πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του ὁ Παπα­ Τύχων τοῦ εἶπε: «Ἐὰν ἐσὺ καθήσης στὸ Κελλὶ αὐτό, ἐγὼ θὰ ἔχω χαρά, ἀλλὰ ὅπως ὁ Θεὸς θέλει, παιδί μου». Πράγ­ματι, τὸν Μάρτιο τοῦ 1969, ὁ Γέροντας ἐγκαταστάθηκε στὸ Καλύβι τοῦ Παπα­Τύχωνα, ὅπου ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὶς μέριμνες τοῦ Κοινοβίου δόθηκε καὶ πά­ λι στὴν ζωὴ τῆς ἡσυχίας, στὴν ἄσκηση καὶ στὴν προσευχὴ γιὰ τὸν ταλαιπωρη­μένο κόσμο. Στὸ Καλύβι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἔμεινε 10 χρόνια. Ἐκεῖ ἔνιωσε τὸ πατρικὸ χάδι τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, ὁ ὁποῖος τὸν ἐπισκέφθηκε, μόλις τέλειω­σε τὴν συγγραφὴ τοῦ βίου του, καὶ τὸν ἄφησε «μὲ μία ἀνέκφραστη γλυκύτη­τα καὶ ἀγαλλίαση οὐράνια στὴν καρ­διά του». Ἐκεῖ δέχθηκε τὴν ἐπίσκεψη τῆς Ἁγίας Εὐφημίας, ἡ ὁποία τὸν γέμισε μὲ οὐράνια εὐφροσύνη. Ἐκεῖ εἶδε τὸν Χριστὸ καὶ ἀλλοιωμένος ἀπὸ τὸ ἄρρη­το κάλλος Του ἔγραψε σὲ ἐπιστολή του: «Θὰ ἄξιζε νὰ κάνη κανείς, ἐὰν μπο­ροῦσε, ὅλους τοὺς ἀγῶνες ποὺ ἔκαναν ὅλοι οἱ ἀσκητὲς ἀπὸ τὸν πρῶτο αἰώνα μέχρι τὸν εἰκοστό, γιὰ νὰ δῆ τὸν Χρι­στό, ὄχι γιὰ πάντα στὸν Παράδεισο, ἀλλὰ ἔστω γιὰ ἕνα λεπτό». Πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὴν θερμότητα τῆς θείας Χάριτος ποὺ τὸν πλημμύριζε λύγιζε σὰν τὸ κερὶ καὶ ἔλεγε: «Χριστέ μου, ἐλάττωσε λίγο τὴν ἀγάπη Σου, γιατὶ δὲν ἀντέχω».

Πόθος τοῦ Γέροντος Παϊσίου ἦταν νὰ ζήση στὴν ἀφάνεια. Πάντοτε ἐπιθυμοῦσε ἕναν μακρινὸ τόπο, στὸν ὁποῖο νὰ χαθῆ, νὰ ἐξαφανισθῆ. «Εὔχομαι καὶ ἐπιδιώκω, ἔγραφε, ἕναν ἄγνωστο τόπο, γιὰ νὰ ζήσω ἄγνωστος ἀνάμεσα σὲ ἀγνώστους, γιὰ νὰ γνωρίσω πιὸ πολὺ τὴν ἀχαριστία μου καὶ τὴν ἁμαρτία μου καὶ νὰ πλησιά­σω καὶ νὰ γνωρίσω τὸν Θεὸ ἀπὸ πιὸ κοντά, γιὰ νὰ διαλυθῶ τε­λείως ἀπὸ τὴν μεγάλη Του ἀγάπη». Ὅμως «ἄλλαι αἱ βουλαὶ τοῦ Κυρίου». Ἤδη ἡ πολιτεία του εἶχε γίνει γνωστὴ καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Συχνὰ προσκυνητὲς χτυποῦσαν τὸ καμπανάκι του, ἔστω κι ἂν διάβαζαν στὴν πόρτα του: «Σημειῶστε στὸ χαρτὶ τί θέλετε νὰ συζητήσουμε καὶ βάλτε το μέσα στὸ κουτί. Περισσότερο θὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὴν προσευχὴ παρὰ ἀπὸ τὴν ἀργολογία».

Τὰ τελευταῖα δεκατέσσερα χρόνια τῆς ζωῆς του ὁ Γέροντας Παΐσιος ἔμεινε στὸ Κελλὶ «Παναγούδα». Ἐκεῖ ὕστερα ἀπὸ θεία πληροφορία, ἀφιερώθηκε πλέον στὴν διακονία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Εἶχε ξεχειλίσει τὸ πνευματικὸ μέλι τῶν χαρισμάτων ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, καὶ ἐκεῖνος, ὡς καλὸς οἰκονόμος, τὸ πρόσφερε πλούσια σὲ ὅποιον τὸν πλησίαζε. Τὴν νύκτα τὴν ἀφιέρωνε στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἡμέρα δεχόταν ὅσους κατέφευγαν στὸ Καλύβι του. Γινόταν «τὰ πάντα τοῖς πᾶσι», γιὰ νὰ ὁδηγήση ψυχὲς στὴν σωτηρία. Ἔγραφε σὲ ἐπιστολή του: «Κόσμος πολύς, κουρασμένος, βασανισμένος· ψυ­χὲς τραυματισμένες. Ἄνθρωποι μὲ σοβαρὰ θέματα ποὺ ἔχουν πραγ­ματικὴ ἀνάγκη καὶ ἀγαθὴ διάθεση... Πολλοὶ ἄνθρωποι, πολὺς κό­πος, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία μὲ τοὺς Ἁγίους μὲ κρατᾶνε στὸ πόδι. Πρέπει νὰ μπορῶ πάντα. Μπορῶ­ δὲν μπορῶ, πρέπει νὰ μπορῶ». Βοηθοῦσε μεγάλους καὶ μικρούς, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς. Μὲ τὸ διορατικό του χάρισμα ἔβλεπε καρδιὲς ἀνθρώπων, μὲ τὸν θεῖο φωτισμὸ καθοδηγοῦσε, μὲ τὴν ἁγία του ἁπλότητα ξεκούραζε, μὲ τὴν πατρικὴ στοργή του παρηγοροῦσε, μὲ τὸ ἰαματικό του χάρι­σμα θεράπευε σωματικὲς καὶ ψυχικὲς ἀσθένειες. Ξεχείλιζε ἀπὸ θεϊκὴ ἀγάπη καὶ θὰ ἤθελε, ἂν ἦταν δυνατόν, νὰ μοιράση σὲ ὅλον τὸν κό­σμο τὴν «καιομένην ὑπὲρ ἁπάσης τῆς κτίσεως» καρδιά του.

Τὸ διάστημα αὐτό, καθὼς ἔβλεπε νὰ λιγοστεύη ὅλο καὶ περισ­σότερο τὸ ἀγωνιστικὸ καὶ ἀσκητικὸ πνεῦμα, θέλησε ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τοὺς μοναχοὺς ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλους τοὺς πιστούς, νὰ διασώση βίους παλαιῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων ἀγωνιστῶν, τοὺς ὁποίους πρῶτα ὁ ἴδιος εἶχε μιμηθῆ. Ἔτσι ἔγραψε τὴν βιογραφία τοῦ Γέροντος Χατζη­Γεώργη καὶ τὸ βιβλίο «Ἁγιορεῖται Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα».

Τοὺς τελευταίους ὀκτὼ μῆνες τῆς ἐπιγείου ζωῆς του – ἀπὸ τὸν Nοέμβριο τοῦ 1993 μέχρι τὶς ἀρχὲς Ἰουλίου τοῦ 1994 – ὁ Γέροντας Παΐσιος λόγῳ τῆς ἀσθένειας τοῦ καρκίνου καὶ τῆς ἐξελίξεώς της παρέμεινε στὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὴν Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης. Οἱ ὀδυνηροὶ πόνοι ποὺ ὑπέμεινε τὸ διάστημα αὐτό, ἔλεγε πὼς τὸν ὠφέλησαν ὅσο δὲν τὸν ὠφέλησαν ὅλοι οἱ ἀσκητικοὶ ἀγῶνες τῆς ζωῆς του. Λίγες ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία νὰ ταφῆ στὸ Ἡσυχαστήριο, ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τοὺς ἁπλοὺς στίχους ποὺ ἔγραψε καὶ χα­ράχθηκαν κατὰ τὴν ἐπιθυμία του σὲ μικρὴ μαρμάρινη πλάκα ἐπά­νω στὸν τάφο του. Ἐπίσης, ζήτησε ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία νὰ τε­λεσθῆ ἀπὸ τὸν ἐφημέριο τοῦ Ἡσυχαστηρίου στὸ Παρεκκλήσι τῶν Ἀρχαγγέλων καὶ νὰ παρευρεθῆ σ' αὐτὴν μόνον ἡ Ἀδελφότητα. Ἐπιθυμία του τέλος ἦταν νὰ μὴ γίνη ποτὲ ἡ ἐκταφή του.

Ὁ Γέροντας Παΐσιος ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τὴν ἑνδεκάτη πρωινὴ ὥρα τῆς 12ης Ἰουλίου τοῦ 1994. Τὸ βράδυ τελέσθηκε Ἀγρυπνία καὶ ἀμέσως μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία. Ἐτάφη πίσω ἀπὸ τὸ Ἱερὸ τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου.

Μετὰ τὴν κοίμησή του, ἄνθρωποι κάθε ἡλικίας προστρέχουν στὸν τάφο του, γιὰ νὰ ἀντλήσουν βοήθεια, δύναμη καὶ παρη­ γοριά. Κάποιοι ἀφήνουν ἐκεῖ γράμματα μὲ τὰ ὁποῖα ζητοῦν τὴν πρὸς τὸν Θεὸ μεσιτεία του ἢ ἐκφράζουν τὴν εὐγνωμοσύνη τους γιὰ τὴν βοήθειά του. Πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀποφασίζουν νὰ ἀγωνισθοῦν «τὸν καλὸν ἀγῶνα» ἔχοντας ὡς βοήθεια τὶς διδαχές του: Ἁπλοποίηση τῆς ζωῆς, καλὴ ἀνησυχία, μετάνοια καὶ ἐξομο­λόγηση, καλλιέργεια καλῶν λογισμῶν, ἀγάπη καὶ ταπείνωση, φιλότιμο, ἀρχοντιὰ καὶ θυσία. Ἄνθρωποι ποὺ τὸν εἶχαν γνωρίσει καὶ ἄλλοι ποὺ δὲν τὸν συνάντησαν ποτέ, ἀλλὰ τὸν γνώρισαν ἀπὸ κάποιο βιβλίο ἢ ἀπὸ κάποια θαυμαστὴ παρουσία του στὴν ζωή τους, ὅλοι ὁμολογοῦν ὅτι τὸν αἰσθάνονται νὰ βρίσκεται κοντά τους καὶ νὰ πρεσβεύη γι' αὐτοὺς στὸν Θεό.

Τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε. Ἀμήν!