Διεύθυνση


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΝΟΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΝΟΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2022

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΟΥ Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΙΜΟΘΕΟ & ΜΑΥΡΑ

 Το γεγονός συνέβει το Μάιο του 1803 στην Κέρκυρα, όπου ο Ι. Καποδίστριας ζούσε και ασκούσε το επάγγελμα του γιατρού.

Ο Ι. Καποδίστριας κατοικούσε λίγο έξω από την πόλη της Κέρκυρας σε απόσταση τριών χιλιομέτρων από αυτή, στη θέση Κουκουρίτσα. Την 3η Μαΐου 1803 τον ειδοποίησαν να επισκεφθεί κάποιο ασθενή στην πόλη. Ανέβηκε αμέσως στο άλογό του και ξεκίνησε.

Είχε καλύψει τη μισή απόσταση του δρόμου όταν ξαφνικά το άλογο αφήνιασε, τινάχθηκε ψηλά και άρχισε να τρέχει με μανία, σέρνοντας δίπλα του τον αναβάτη του που το πόδι του είχε μπλεχτεί στον αναβατήρα.

Την ίδια ώρα ο ιερομόναχος Μασέλλος, της Ι. Μονής Πλατυτέρας, που βρισκόταν κοντά στην πόλη της Κέρκυρας, ενώ διάβαζε την Ακολουθία των Αγίων Μαρτύρων Τιμοθέου και Μαύρας και προσευχόταν, αισθάνθηκε ότι κάτι τρομερό συνέβαινε κοντά στη Μονή. Από υπερφυσική δύναμη κινούμενος βγήκε να δεί τι συμβαίνει και αντίκρυσε το φοβερό θέαμα.

Το άλογο μανιασμένο να τρέχει και να σέρνει τον τραυματισμένο Ι. Καποδίστρια. Επικαλέστηκε τη χάρη των εορταζόντων την ημέρα εκείνη Αγίων Τιμοθέου και Μαύρας και επέτυχε να σταματήσει το άλογο και να ελευθερώσει τον τραυματισμένο γιατρό.

Το μετέφερε μέσα στο Μοναστήρι και εφρόντισε τα τραύματά του. Όταν συνήλθε ο πάντοτε πιστός Ι. Καποδίστριας αντελήφθηκε την θαυματουργική σωτηρία του από τους δύο Άγιους Μάρτυρες τους οποίους αγάπησε και είχε πάντοτε ως προστάτες τους, ενώ στην Ι. Μονή της Πλατυτέρας προσέφερε πολλά και μεγάλα αφιερώματα ευγνωμοσύνη και τον Ιερομόναχο π. Μάσελλο είχε έκτοτε ως εξομολόγο του.

Το θαύμα έγινε γνωστό σε όλη την Κέρκυρα και δύο αγιογράφοι της εποχής το απεικόνησαν σε τρεις εικόνες. Οι δύο από αυτές φυλάσσονται σήμερα στη Ι. Μονή (η πρώτη απεικονίζει τον Ιερομόναχο να συγκρατεί από τα χαλινάρια το αφηνιασμένο άλογο και η δεύτερη το άλογο με τον Καποδίστρια πεσμένο και άνωθεν οι δύο Άγιοι.).

Η Τρίτη εικόνα, που σήμερα πρωτοδημοσιεύεται και παριστά τους δύο θαυματουργούς Αγίους άνωθεν και το άλογο με τον τραυματισμένο Καποδίστρια φυλάσσεται στο Μονίδριον της Υπεραγίας Θεοτόκου στην Αιξωνή Γλυφάδας (ιδιοκτησία ιερέως Μαρίου Δαπέργολα).

Επίσης πρέπει να λεχθεί ότι η αγάπη και η ευγνωμοσύνη του Καποδίστρια προς τους δύο Αγίους, που τον έσωσαν από βέβαιο θάνατο ήταν τόσο μεγάλη, ώστε εξέφρασε την επιθυμία να ταφεί στην Ι. Μονή Πλατυτέρας στην Κέρκυρα και όντως ετάφη στο νάρθηκα, όπου επίσης τάφηκαν και άλλοι συγγενείς του πρώτου και όντως μεγάλου Κυβερνήτου της Ελλάδας Ι. Καποδίστρια.



Κυριακή 17 Μαΐου 2020

Η ΟΡΑΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Κάποτε κάποιος νεαρός μόλις έφτασε σε μια Όαση στη μέση της Ερήμου της Ιουδαίας, συνάντησε τον γέρο Ελισαίο και τον ρώτησε:

-Τι είδους άνθρωποι ζουν σ’ αυτόν τον τόπο, γέροντα;
 
-Τι είδους άνθρωποι ζούσαν στον τόπο σου, παιδί μου; Ρώτησε με τη σειρά του ο γέροντας.

– Μια κοινωνία εγωιστών και κακών, απάντησε ο νεαρός, είμαι χαρούμενος που έφυγα από κοντά τους.

-Τους ίδιους θα βρεις κι εδώ, παιδί μου, απάντησε στοχαστικά ο γέρο Ελισαίος.

Την ίδια μέρα πέρασε από την Όαση να πιει νερό και να ξεκουραστεί ένας άλλος νεαρός και ρώτησε τον γέρο Ελισαίο:

- Γέροντα, τι είδους άνθρωποι ζουν εδώ;

Ο γέροντας απάντησε με την ίδια ερώτηση:

-Τι είδους άνθρωποι ζουν στον τόπο από τον οποίο έρχεσαι, παιδί μου;

Ο νεαρός απάντησε:

- Μια θαυμάσια ομάδα ανθρώπων, φιλική, ειλικρινής, φιλόξενη. Είναι πολύ λυπηρό που πρέπει να τους αφήσω.

-Τον ίδιο τύπο ανθρώπων θα συναντήσεις κι εδώ, είπε ο γέρο Ελισαίος.

Ο μικρός εγγονός του που άκουσε τις συνομιλίες τον ρώτησε σαν έμειναν οι δυο τους:

-Παππού, πώς γίνεται να δώσεις τόσο διαφορετικές απαντήσεις στην ίδια ερώτηση;

Κι ο γέρο Ελισαίος απάντησε:

- Άκου, παιδί μου. Ο καθένας μας, κουβαλά στην καρδιά του τις εικόνες που βλέπουν τα μάτια της ψυχής του. Αυτός, που δε διέκρινε τίποτε καλό στα μέρη από όπου πέρασε, δεν θα βρει ούτε κι εδώ κάτι καλό. Εκείνος που συνάντησε φίλους εκεί, θα βρει κι εδώ.  Κι αυτό διότι στην πραγματικότητα ό,τι εκπαιδεύσαμε τα μάτια της ψυχής μας να αναζητούν, αυτά και θα βρίσκουν. 

Ακόμα, ο καλοπροαίρετος άνθρωπος θα δοξάσει τον Θεό  σε ότι βλέπει πως του έχει δώσει Εκείνος και ο κακοπροαίρετος θα Τον βλασφημήσει σε ότι δεν του έχει δώσει. 

Αυτό που συμφέρει όλους μας είναι να μάθουμε να βλέπουμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια του Θεού! Μέσα από το πρίσμα της αγάπης Του να περνάμε τους πάντες και τα πάντα, και να είμαστε ευγνώμονες... Τότε μόνο θα ειρηνεύσουμε πραγματικά!


Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

Ω! ΤΙ ΔΑΣΚΑΛΟΣ!

Ένας νεαρός κύριος συναντά έναν ηλικιωμένο. 
-Με θυμάστε;
-Όχι.
-Υπήρξα μαθητής σας.
-Τι κάνεις; Με τι ασχολείσαι;
-Έγινα κι εγώ καθηγητής.
-Κρίνεις ότι είσαι καλός στην δουλειά σου;
-Η αλήθεια είναι πως ναι. Εσείς με εμπνεύσατε και ήθελα να σας μοιάσω.  Περίεργος ο ηλικιωμένος κύριος, ρωτά να μάθει τι του έμεινε στο μυαλό και τον ενέπνευσε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θέλει να γίνει και ο ίδιος καθηγητής. Και ο νεαρός του διηγήθηκε την ακόλουθη ιστορία…

Κάποια μέρα ένας συμμαθητής μου, που ήταν και φίλος μου, ήλθε στην τάξη και μου έδειξε ένα πανέμορφο καινούριο ρολόι, που είχε στην τσέπη του. Δεν άντεξα στο πειρασμό και κάποια στιγμή του το έκλεψα. Σε λίγο, αντιλήφθηκε ότι το ρολόι έλειπε από την τσέπη του και αμέσως ενημέρωσε τον καθηγητή που μας δίδασκε εκείνη την στιγμή στην τάξη. Αυτός ο καθηγητής ήσασταν εσείς.

Εσείς, λοιπόν, απευθυνθήκατε στην τάξη και είπατε: «Το ρολόι κάποιου συμμαθητή σας εκλάπη κατά την διάρκεια του τρέχοντος μαθήματος. Όποιος το έκλεψε παρακαλώ να το επιστρέψει αμέσως!» Ντράπηκα τόσο πολύ την ταπείνωση μπροστά στους συμμαθητές μου, που δεν τόλμησα να αποκαλυφθώ. Τότε εσείς κλείσατε την πόρτα, και είπατε σε όλους να σταθούμε όρθιοι για να ψάξετε τις τσέπες μας, μέχρι να το βρείτε. Αλλά θέσατε και μία προϋπόθεση. Ότι έπρεπε να έχουμε όλοι τα μάτια μας κλειστά για να μην δούμε τον ένοχο.
Έτσι κι έγινε. Όταν φτάσατε σε μένα, βρήκατε το ρολόι στην τσέπη μου και το πήρατε. Όμως συνεχίσατε το ψάξιμο στις τσέπες όλων και όταν τελειώσατε μας είπατε: «Και τώρα μπορείτε να ανοίξετε τα μάτια σας. Το ρολόι βρέθηκε!»

Δεν αναφέρατε ποτέ το όνομά μου στην τάξη και ούτε μου σχολιάσατε ποτέ το περιστατικό σε προσωπικό επίπεδο. Περίμενα να με επιπλήξετε και να μου κάνετε κατήχηση, αλλά τίποτα από αυτά δεν συνέβη. Εκείνη την ημέρα σώσατε την αξιοπρέπειά μου για πάντα. Εκείνη ήταν η πιο ντροπιαστική ημέρα της ζωής μου όλης και μου δώσατε με τον τρόπο σας ένα ηχηρό μάθημα. Θυμηθήκατε τώρα το περιστατικό;

-Ναι, ακούγοντάς σε τα θυμήθηκα όλα. Αλλά υπάρχει κάτι που δεν θυμάμαι και αυτό είσαι εσύ, γιατί όταν σας έψαχνα, είχα κι εγώ τα μάτια μου κλειστά.





Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2020

ΔΕΝ ΑΓΟΡΑΖΟΝΤΑΙ Η ΑΓΑΠΗ & TO MEΓΑΛΕΙΟ ΨΥΧΗΣ

Κάποτε ενας αγρότης πουλούσε κουταβάκια.Έφτιαξε λοιπόν μια πινακίδα κι όπως έβαζε το τελευταίο καρφί, αισθάνθηκε κάποιον να τον τραβά από το μανίκι.Γύρισε κι είδε...ένα μικρό αγόρι."Κύριε, θέλω να αγοράσω ένα κουταβάκι" είπε το αγόρι.Ο αγρότης σκέφτηκε λίγο και απάντησε. "Ξέρεις, αυτά τα κουταβάκια είναι από πολύ σπουδαίους γονείς και στοιχίζουν πολλά χρήματα."Το αγόρι χαμήλωσε το κεφάλι για ένα λεπτό.Μετά έβγαλε από τη τσέπη του μερικά κέρματα, τα έδειχνε στον αγρότη και ρώτησε "έχω αυτά τα χρήματα. Φτάνουν για να δω τα κουταβάκια;"Ο αγρότης έβγαλε ένα σφύριγμα και στη στιγμή πετάχτηκε από το σκυλόσπιτο η μαμά σκύλα κι από πίσω της τρέχοντας πέντε γούνινες μπαλίτσες.Το αγόρι τα κοιτούσε με μάτια γεμάτα ευτυχία.Ξαφνικά, είδε μια ακόμα γούνινη μπαλίτσα να έρχεται προς το μέρος τους, ακολουθώντας όμως με μεγάλη δυσκολία τα άλλα κουτάβια.Σερνόταν και αγωνιζόταν να τα φτάσει."Αυτό θέλω" είπε το αγόρι."Μα δεν μπορείς να πάρεις αυτό" είπε ο αγρότης. "Δεν θα μπορέσει ποτέ να τρέξει και να παίξει όπως τα άλλα κουτάβια".Το αγόρι έσκυψε και σήκωσε το μπατζάκι του παντελονιού του αποκαλύπτοντας… δύο ατσάλινες λάμες να συγκρατούν το πόδι του και να καταλήγουν σε ένα ειδικό παπούτσι..."Βλέπετε κύριε" είπε το αγόρι, "ούτε κι εγώ μπορώ να τρέξω πολύ καλά & θα χρειαστεί στη ζωή του κάποιον να το ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ".Ο αγρότης με δάκρυα στα μάτια έσκυψε, πήρε το κουτάβι και το απόθεσε στην αγκαλιά του αγοριού."Πόσο κάνει κύριε;" ρώτησε ο μικρός."Τίποτα δεν κάνει αγόρι μου" είπε ο αγρότης,


Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019

Και μετά;

Διηγήθηκαν για τον αββά Μακάριο τον μεγάλο ότι περπατώντας κάποια φορά στην έρημο βρήκε παραπεταμένο πάνω στο χώμα ένα κρανίο νεκρού. Το κούνησε λίγο με το φοινικένιο ραβδί του, λέγοντάς του: «Συ, ποιος είσαι;». Το κρανίο του μίλησε και είπε: «Εγώ ήμουν αρχιερέας των ειδωλολατρών που παρέμειναν σε αυτόν τον τόπο, κι εσύ είσαι ο αββάς Μακάριος που έχεις μέσα σου το Άγιο Πνεύμα. Όποια ώρα λοιπόν σπλαχνίζεσαι αυτούς που είναι στην κόλαση, παρηγορούνται λίγο». Τον ρωτάει ο αββάς Μακάριος: «Και τι λογής παρηγοριά έχουν;» Και απαντά το κρανίο: «Όση είναι η απόσταση ουρανού και γης, τόση είναι η φωτιά κάτω από μας. Καθώς λοιπόν στεκόμαστε μέσα στη φωτιά από το κεφάλι ως τα πόδια, δεν είναι δυνατό ο ένας να δει το πρόσωπο του άλλου, γιατί η ράχη του ενός είναι κολλημένη στη ράχη του άλλου. Όταν όμως προσεύχεσαι για εμάς, βλέπει εν μέρει ο ένας το πρόσωπο του άλλου».
Έκλαψε τότε ο Γέροντας και είπε: «Αλίμονο, εάν αυτή είναι η παρηγοριά της κόλασης». Τον ξαναρωτάει ο Γέροντας: «Υπάρχει άλλο χειρότερο βάσανο απ’ αυτό;» Και λέει το κρανίο: «Το μεγαλύτερο βάσανο είναι να έχεις γνωρίσει από κοντά την αγάπη του Θεού και μετά να την αρνηθείς και να κάνεις τα δικά σου. Αυτό είναι το φοβερότερο». Μετά απ’ αυτά πήρε ο Γέροντας το κρανίο, το έθαψε στη γη και συνέχισε τον δρόμο του.

                      Από το Γεροντικό



Κυριακή 11 Αυγούστου 2019

ΕΥΚΟΛΗ… ΣΩΤΗΡΙΑ


Κοντά σε έναν Γέροντα έμενε ένας αδελφός, κάπως αμελής στους κανόνες της μοναχικής ζωής. Όταν ήρθε η ώρα  αδελφός αυτός να πεθάνει, δίπλα του κάθονταν μερικοί πατέρες. Κάποια στιγμή ο Γέροντας, βλέποντάς τον να φεύγει από τον κόσμο αυτόν με εύθυμη και χαρούμενη διάθεση κι επειδή ήθελε να οικοδομήσει τους άλλους αδελφούς, του λέει: «Συγχώρα με, αδελφέ, όλοι γνωρίζουμε ότι στην άσκηση δεν ήσουν πολύ επιμελής. Πώς λοιπόν με τόση προθυμία φεύγεις τώρα για την άλλη ζωή;» ο αδελφός απάντησε: «Έτσι είναι, Πάτερ, την αλήθεια είπες∙ όμως ξέρω ότι από τη στιγμή που έγινα μοναχός δεν έκρινα κανέναν άνθρωπο. Αν συνέβη καμιά φορά με κάποιον κάτι, αμέσως την ίδια μέρα συμφιλιώθηκα μαζί του. Και τώρα θέλω να πω στον Θεό: Κύριε, Εσύ είπες «μην κρίνετε και δεν θα κριθείτε» και «να συγχωρείτε τους άλλους και θα συγχωρεθούν και τα δικά σας αμαρτήματα». Του λέει ο Γέροντας: «Ειρήνη να έχεις, παιδί μου, γιατί σώθηκες και δίχως κόπο μάλιστα».


Τετάρτη 24 Ιουλίου 2019

ΘΕΛΕΙ ΚΟΠΟ

Ονειρεύτηκα μια φορά ότι ο καλός μας Θεός είχε ανοίξει σε όλη τη γη κάποια καταστήματα, μέσα στα οποία διακονούσαν οι άγγελοί του. Μόλις μαθεύτηκε το νέο, όλοι έτρεξαν να αγοράσουν. "Τι πουλάς, όμορφε Άγγελε;" τον ρώτησε ο πρώτος "πελάτης" που έφτασε. "Κάθε καλό του Θεού!". "Και κοστίζει ακριβά;" "Όχι, καθόλου. Τα Αγαθά του Θεού είναι όλα δωρεάν!" Ο πελάτης, έκπληκτος, δεν μπορούσε να το καταλάβει.

Κοίταζε με θαυμασμό το μεγάλο ράφι με τα "μπουκάλια της αγάπης", τα "πακέτα της ελπίδας", τα "κουτιά της ειρήνης", τα "βάζα της ευτυχίας και της χαράς" και άλλα πολλά... Κάποια στιγμή, αποφασισμένος, και αφού είχε ανάγκη πάρα πολύ από όλα εκείνα που έβλεπε μπροστά του, είπε στον Άγγελο: - Δώσε μου, σε παρακαλώ, ένα κομμάτι από τη "Συγχώρηση", ένα κομμάτι από "Ο Θεός της Αγάπης", ένα πακέτο "Ευτυχίας", ένα βαζάκι "Υπομονής", μια κουταλιά "Χιούμορ", ένα βάζο "Κουράγιο και Ελπίδα"... Ο Άγγελος, ευγενικός, άρχισε να ετοιμάζει όλα εκείνα που του ζήτησε ο "πελάτης". Μετά από λίγο επιστρέφει με ένα μικρό, πολύ μικρό πακετάκι, τόσο όσο είναι... και η ανθρώπινη καρδιά. Ο άνθρωπος έμεινε με το στόμα ανοικτό... "Πως είναι δυνατόν; Όλα αυτά που ζήτησα να είναι μέσα σε ένα τόσο μικρό κουτάκι;" Ο Άγγελος, με γλυκιά φωνή, του εξήγησε: "Βεβαίως, αγαπητέ μου. Στο Κατάστημα αυτό δεν πουλάμε "έτοιμα προϊόντα, αλλά μονάχα "μικρούς σπόρους" για να τους καλλιεργήσεις!!!"... Και μετά ξύπνησα…




Τετάρτη 17 Ιουλίου 2019

ΛΟΓΙΑ…ΠΟΥΠΟΥΛΑ

Ήταν κάποτε μία κυρία η οποία προσήλθε με μετάνοια να εξομολογηθεί σε κάποιον ιερέα. Ο ιερέας την καλοδέχτηκε, έβαλε το πετραχήλι του και την παρότρυνε να αρχίσει να του λέγει τα λάθη της. Η γυναίκα κόμπιαζε. Μετά από λίγη ώρα και μετά από τα πειστικά λόγια του ιερέως ότι δεν χρειάζεται να ντρέπεται ή να φοβάται να ομολογήσει τα λάθη της, η γυναίκα άρχισε να του διηγείται τα λόγια, τις κατακρίσεις και τα κουτσομπολιά που σε όλη της την ζωή έλεγε για ανθρώπους, που είτε τους γνώριζε είτε δεν τους είχε συναντήσει ποτέ. Ο ιερέας την άκουσε υπομονετικά. Όταν τελείωσε ο ιερέας σηκώθηκε όρθιος και της διάβασε τη συγχωρητική ευχή. Η γυναίκα νόμιζε πως όλα τελείωσαν και πήγε να φύγει. 

Ο ιερέας όμως την είπε: «Μην βιάζεσαι. 
Θα σε παρακαλέσω κάτι: μόλις πας στο σπίτι σου, πάρε το πουπουλένιο μαξιλάρι σου και ανέβα στην ταράτσα. Εκεί, με ένα μαχαίρι να το ανοίξεις στα δυο, καθώς θα φυσά ο αέρας. Και αύριο σε περιμένω παλι να μου πεις τι έγινε. Η γυναίκα πήγε και έκανε ότι της είπε ο ιερέας. Την επομένη η γυναίκα ξαναπήγε στον ιερέα. «Έκανα ότι μου είπατε», είπε. Και ο ιερέας την ρώτησε: «Τι παρατήρησες καθώς έσκιζες το μαξιλάρι»; Η γυναίκα χωρίς δισταγμό είπε: «Με το που άρχισα να σκίζω το μαξιλάρι άρχισαν να βγαίνουν τα πούπουλα που υπήρχαν μέσα και να γεμίζουν τον τόπο… Τα περισσότερα τα έπαιρνε ο αέρας και τα πήγαινε πολύ μακριά». Ο ιερέας μετά την σύντομη αυτή περιγραφή της είπε: «Τώρα λοιπόν, πήγαινε σπίτι σου και μάζεψε όλα εκείνα τα πούπουλα που υπήρχαν μέσα στο μαξιλάρι»! Η γυναίκα τα έχασε. «Μα, τι λέτε πάτερ, πώς να τα μαζέψω; Ένας Θεός ξέρει πού έχουν σκορπιστεί τώρα με τον αέρα. Αυτό που λέτε είναι αδύνατο». Ο ιερέας την κοίταξε γεμάτος ηρεμία και της είπε: «Να λοιπόν τι είναι το κουτσομπολιό»!!! 

Η γυναίκα σάστισε. Κατάλαβε ότι αν και μετάνιωσε γι’ αυτά που είπε, τα λόγια της ακόμα και τώρα πληγώνουν ανθρώπους και γίνονται αιτία σκανδαλισμού κι άλλων. Και είναι πολύ δύσκολο να μαζευτούν…



Παρασκευή 5 Ιουλίου 2019

Οι άνθρωποι του περιθωρίου και οι “τελειωμένοι”, θα μας σπρώξουν στον Παράδεισο!

Περπατούσα στην παραλία της Θεσσαλονίκης  απόγευμα προς βράδυ, όταν ένας τοξικομανής με πλησίασε. Δε μου ζήτησε λεφτά, αλλά με ρώτησε αν μπορούσα να του αγοράσω μια ρόκα (καλαμπόκι) που έψηνε κάποιος πιο κάτω σε ένα μικρό πάγκο που είχε στήσει.
Τον ρώτησα αν ήθελε και κάτι άλλο. Μου είπε ότι ήθελε να πάω να του την αγοράσω εγώ επειδή χρωστούσε στον καλαμποκιά και ίσως να μη του έδινε! Πήγα και αφού του την έφερα, με ρώτησε αν μπορώ να κάτσω λίγο μαζί του η αν ντρέπομαι! Του απάντησα ότι θα ντραπώ, αν δεν κάτσω.

Τότε μου είπε το εξής εκπληκτικό!
»Φίλε, μακριά από το Χριστό έτσι καταντάς!!! Όμως προσπαθώ εδώ και καιρό να κόψω τα ναρκωτικά για να μην Τον στεναχωρώ!!! Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω, αλλά επειδή μάλλον δε θα ζήσω πολύ, θέλω όταν θα πάω μπροστά Του να έχω να του δείξω τον αγώνα μου μήπως και με λυπηθεί!»

Ήμασταν κάπου κοντά στο ύψος του Ι. Ναού Κυρίλλου και Μεθοδίου.
Μου λέει…….. πάω κάθε πρωί απέναντι και με κοιτούν όλοι καλά καλά επειδή νομίζουν ότι θέλω λεφτά. Όμως εγώ πηγαίνω μπροστά στην εικόνα για να ζητήσω βοήθεια να κόψω τα ναρκωτικά. Δεν ανάβω κερί επειδή δεν έχω λεφτά να πάρω!!!!! (ΦΙΛΟΤΙΜΟ). Και κάθε βράδυ πάλι πηγαίνω και λέω………..δεν τα κατάφερα συγγνώμη! Ή λέω …….σήμερα κάπως το πάλεψα, ευχαριστώ!!!

Έζησα στα λόγια αυτού του ανθρώπου στιγμές από τα συναξάρια!!!
Του έδωσα κάτι λεφτά και του είπα από αύριο να πηγαίνει στην εκκλησία και να παίρνει κερί αλλά να προσεύχεται και για τη δικιά μου ψυχή. Με διαβεβαίωσε ότι τα λεφτά δε θα τα χαλάσει και ότι θα τα δώσει όλα μαζεμένα εκεί για να μην μπαίνει στον πειρασμό και τα ξοδέψει, και κάθε μέρα θα παίρνει 2 κεριά.
Του λέω με λένε Νίκο. Μου είπε ότι δεν είναι δύσκολο να με θυμάται αφού κανείς δεν κάθεται μαζί του και έτσι δεν έχει φίλους και γνωστούς.

Δε ρώτησα πολλά γι αυτόν. Δεν ήθελα να νιώσει ότι παραβιάζω την παράξενη ζωή του με την αδιακρισία μου. Την ώρα που έφευγα, μου είπε ότι χάρηκε που έκατσα μαζί του και ότι του έκανε καλό η παρέα.
Ευχαριστώ για όλα παράξενε φίλε.

                               Νικος Β.



Σάββατο 1 Ιουνίου 2019

Ένας αφανής άγιος Ιερεύς

Γράμματα πολλά δεν έμαθε, με δυσκολίες τελείωσε το σχολαρχείο της εποχής εκείνης, βαδίζοντας καθημερινώς δύο και πλέον ώρες για την πλησιέστερη κωμόπολη, ο Ευθύμιος.

Από μικρός αγαπούσε την Εκκλησία βοηθώντας σαν παπαδάκι τον ευλαβή παππού του στην ψαλτική. Έτσι έμαθε την τάξη της Εκκλησίας και συγχρόνως να ψάλλει. Κι όταν έφυγε για την άλλη ζωή ο παππούς, έμεινε μοναδικός ψάλτης της Εκκλησίας ο Ευθύμιος.

Έτσι τον συνάντησε σε μία περιοδεία του ο Επίσκοπος της περιοχής. Ώριμος πλέον ο Ευθύμιος, καλός οικογενειάρχης με τρία παιδιά έως τότε, και επειδή ο ιερεύς του χωριού λόγω γήρατος και ασθένειας απεχώρησε, οι χωρικοί ζητούν ιερέα από τον Επίσκοπο.

«Και ποιον προτείνετε για παπά εσείς;», ρωτά ο Δεσπότης. Και όλοι σχεδόν με ένα στόμα λέγουν: «τον ψάλτη μας». Έτσι με τις πιέσεις των χωρικών και την εμμονή του Επισκόπου και παρά τις διαμαρτυρίες του Ευθυμίου, ότι θεωρεί τον εαυτό του ανάξιο και ακατάλληλο για ένα τόσο μεγάλο Υπούργημα, χειροτονήθηκε ιερεύς του χωριού προς χαράν όλου του χωριού. Τώρα, πλέον εκτελούσε τα ιερατικά του καθήκοντα. Κάθε πρωί και βράδυ, με φόβο Θεού κτυπούσε την καμπάνα κάνοντας τον Όρθρο και τον Εσπερινό. Πράος, καλοσυνάτος, αγαπητός προς όλους, αφιλοχρήματος αρκούνταν στον μικρό μισθό του και στα λίγα έσοδα που απεκόμιζε, όταν καλλιεργούσε τα χωράφια του. Ως και για μεροκάματο πήγαινε, για να θρέψει την πολυμελή οικογένειά του, έξι παιδιά τώρα.

O Επίσκοπος, εκτιμώντας την σύνεσή του και την καλή του φήμη, τον έκανε και πνευματικό. Ένα πλήθος κόσμου από το χωριό και τα γύρω χωριά πήγαιναν για εξομολόγηση στον πατέρα Ευθύμιο. Και το κήρυγμα δεν παρέλειπε κάθε Κυριακή διαβάζοντας από κάποιο ορθόδοξο περιοδικό μια σύντομη ομιλία. Αλλά και τα παιδιά, για να τα συγκεντρώνει στο κατηχητικό, είχε έναν δικό του τρόπο, με τραγούδια και ψαλμωδίες, με καραμέλες, λουκούμια και εικονίτσες.

Να και ένα γεγονός, όπου φάνηκε το μεγαλείο της ψυχής του. Γείτονα στο χωράφι του είχε έναν πλεονέκτη και καταπατητή, τον κυρ Γιάννη, ο οποίος δεν δίστασε να μεταθέσει τον πρόχειρο φράχτη που χώριζε τα σύνορα και να του πάρει μια λωρίδα από το χωράφι του, το ίδιο έκανε και τον δεύτερο χρόνο. Τι να κάνει τώρα, σκέφτηκε ο πατήρ Ευθύμιος. Αν του πεί κάτι, θα αρχίσει τις βλαστήμιες και τις βρισιές, δεν έπαιρνε από λόγια, όπως το έκανε και με άλλους γείτονες. Τα αφήνω στα χέρια του Θεού, είπε στην πρεσβυτέρα του και στον μεγάλο γιό του που διαμαρτύρονταν. Και να, ένα πρωί λέγει στον μεγαλύτερο γιό του: Πάμε στο χωράφι μας να τακτοποιήσουμε το φράκτη στο σύνορο.

Αφού έφτασαν στο χωράφι, λέγει στον γιο του: Πάρε τον συρμάτινο φράχτη και να τον μεταθέσεις ακόμη ένα περίπου μέτρο, αφήνοντας στον γείτονα μια λωρίδα από το χέρσο χωράφι του. Έκπληκτος ο γιός του άρχισε να διαμαρτύρεται: Πατέρα, εσύ θα χαρίσεις, όπως πάς, όλο το χωράφι στον γείτονα. Κάνε όπως σου είπα, παιδί μου, έχω τον λόγο μου εγώ, μην στεναχωρείσαι. Και επέστρεψαν πάλι στο σπίτι τους. Την άλλη μέρα το πρωί να σου ο κυρ Γιάννης στο σπίτι του παπά.

— Καλημέρα παπαδιά. Έτσι ανήσυχος και ταραγμένος ρωτά την πρεσβυτέρα: Πούναι ο παπα-Θύμιος; τον θέλω.

— Καθίστε κυρ Γιάννη, να σας κάνω καφέ, ως να έρθει ο παπα-Θύμιος, που τον ζήτησαν σε ένα σπίτι, δεν θ’ αργήσει να επιστρέψει.

Εν τω μεταξύ η παπαδιά ετοίμασε και του πρόσφερε τον καφέ. Αυτός πήρε μια ρουφηξιά, σαν να καθόταν στα κάρβουνα. Νάσου και προβάλλει ο παπάς χαρούμενος και λέει: Δόξα τω Θεώ, ελευθερώθηκε η κυρία Ελένη που υπέφερε στον τοκετό, με τις ευχές της Εκκλησίας και μάλιστα απέκτησε αγοράκι.

— Καλώς τον κυρ Γιάννη, καλημέρα. Η οικογένεια είναι καλά; Τα ζωντανά επίσης;

Χωρίς άλλη απάντηση: Τι είναι αυτό που μου έκανες παπα-Θύμιο; Ρωτά πικραμένος ο κυρ Γιάννης.

— Τι αγαπητέ μου Γιάννη; Να το διορθώσουμε.

— Εγώ παπα-Θύμιο, δύο χρόνια τώρα σου κλέβω το χωράφι κι εσύ ούτε να διαμαρτυρηθείς, ούτε να φωνάξεις, αλλά μου αφήνεις μία λωρίδα. Πάμε τώρα γρήγορα να διορθώσω αυτή την αδικία, δεν την αντέχω.

— Καλά κυρ Γιάννη μου, κάνε μόνος σου ό,τι νομίζεις σωστό. Άλλωστε χώμα είναι η γη, και όλα εδώ μένουν. Μόνον, αγαπητέ μου, μια χάρη σου ζητώ, να σε βλέπω πιο τακτικά κι εσένα και την οικογένειά σου στην Εκκλησία. Ασπάστηκαν έτσι αδελφικά στο μέτωπο, δεν τον άφησε να ασπαστεί το χέρι του ο παπά Ευθύμιος. Του είπε: «Έχε την ευλογία του Θεού!». Και τον κατευόδωσε ο καλός ιερέας. Και όλα άλλαξαν από την ώρα εκείνη. O κυρ Γιάννης έβαλε μόνος του τον φράκτη στα παλαιά του σύνορα, αλλά και είναι τακτικός στην Εκκλησία με την οικογένειά του. Και διαλαλεί παντού, σε γνωστούς και αγνώστους: Στο χωριό μας έχουμε έναν άνθρωπο του Θεού, έναν άγιο, τον παπα-Θύμιο!

Δ.Γ.A.

Πηγή: Περιοδικό Εφημέριος, Ιανουάριος 2002 



Σάββατο 4 Μαΐου 2019

ΜΑΝΑ ΣΥΓΓΝΩΜΗ ΚΑΙ ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΟΛΑ

Ένας νεαρός άνδρας πήγε να υποβάλλει αίτηση για μια διευθυντική θέση σε μεγάλη εταιρία. Αφού πέρασε την αρχική συνέντευξη, έπρεπε τώρα να συμφωνήσει και ο γενικός διευθυντής για την πρόσληψη. 

Ο διευθυντής ανακάλυψε, από το βιογραφικό του, ότι ο νεαρός είχε εξαιρετικές ακαδημαϊκές σπουδές. Ρώτησε: «Πώς κατάφερες να κάνεις αυτές τις σπουδές. Μήπως πήρες υποτροφίες;» 
«Όχι», του απάντησε ο νεαρός.
«Ο πατέρας σου κατέβαλλε όλα αυτά τα δίδακτρα;»
«Ο πατέρας μου, κ. Διεθυντά, πέθανε όταν ήμουν ενός έτους, η μητέρα μου ήταν αυτή που πλήρωνε τα δίδακτρά μου», απάντησε.
«Που εργάζεται η μητέρα σου;» 
«Η μητέρα μου εργάζεται ως καθαρίστρια ρούχων. Πλένει ρούχα για άλλους».
Ο διευθυντής ζήτησε τότε από τον νεαρό να του δείξει τα χέρια του. Ο νεαρός έδειξε τα χέρια του, τα οποία ηταν πολύ απαλά. 
«Έχεις βοηθήσει ποτέ την μητέρα σου στο πλύσιμο των ρούχων;»
«Ποτέ, η μητέρα μου ήθελε πάντα να μελετώ και να διαβάζω όσο το δυνατών περισσότερο. Εκτός αυτού, η μητέρα μου πλένει τα ρούχα πιο γρήγορα από εμένα».
Ο διευθυντής του είπε: «Θέλω να σου ζητήσω μια χάρη. Όταν πας σπίτι σήμερα, πήγαινε να καθαρίσεις τα χέρια της μητέρας σου και θα τα ξαναπούμε αύριο το πρωί».

Ο νεαρός θεώρησε ότι οι πιθανότητες να πάρει τη θέση ήταν πολύ μεγάλες. Όταν πήγε πίσω στο σπίτι ζήτησε από τη μητέρα του να τον αφήσει να καθαρίσει τα χέρια της. Η μητέρα παραξενεύτηκε και με ανάμεικτα συναισθήματα άφησε τα χέρια της στον γιο της. Ο νεαρός άρχισε να πλένει τα χέρια της μητέρας του σιγά σιγά, ενώ δάκρυα έσταζαν από τα μάτια του, όση ώρα το έκανε αυτό. Ήταν η πρώτη φορά που ο νεαρός συνειδητοποίησε ότι ήταν αυτά τα χέρια που έπλεναν σε καθημερινή βάση ρούχα, για να μπορέσει να πληρώσει τα δίδακτρά του. Οι μελανιές στα χέρια της ήταν το τίμημα που η μητέρα του έπρεπε να πληρώνει για την εκπαίδευσή του και το μέλλον του παιδιού της. Μετά τον καθαρισμό των χεριών της μητέρας του, ο νεαρός άρχισε να πλένει σιγά σιγά όλα τα ρούχα που είχαν στοιβαχτεί για πλύσιμο, μονολογώντας:

«Μάνα συγγνώμη και σ’ ευχαριστώ για όλα. Μάνα συγγνώμη και σ ευχαριστώ για όλα», ενώ δάκρια συνέχισαν να τρέχουν από τα μάτια του. 
Εκείνο το βράδυ μητέρα και γιος έκατσαν και κουβέντιασαν για αρκετή ώρα. 

Την άλλη μέρα το πρωί ο νεαρός πήγε στο γραφείο του Διευθυντή συγκινημένος και βουρκωμένος.
Βλέποντάς τον έτσι ο διευθυντής, τον ρώτησε:«Τι έγινε; Έμαθες κάτι καινούριο;» 

Ο νεαρός απάντησε:«Καθάρισα τα χέρια της μητέρας μου, αλλά και έπλυνα τελικά όλα τα ρούχα που είχε για πλύσιμο. Τώρα κατάλαβα και εκτίμησα την προσπάθεια της μητέρας μου. Χωρίς αυτήν, δεν θα ήμουν αυτό που είμαι σήμερα. Συνειδητοποίησα με την πράξη αυτή πόσο σημαντική είναι η βοήθεια που σου προσφέρουν οι άλλοι και έχω καταλήξει να εκτιμώ την αξία και την σημασία που έχει να βοηθά ο ένας τον άλλον στην οικογένεια και στην κοινωνία». 

Ο διευθυντής τότε του είπε:«Αυτό είναι που ψάχνω σε έναν συνεργάτη. Θέλω να προσλάβω ένα άτομο που δεν σκέφτεται μόνο τον εαυτό του, που μπορεί να γνωρίζει και να εκτιμά την βοήθεια, τις προσπάθειες για να επιτευχθούν κάποια πράγματα στην ζωή και δεν θα θέτει τα χρήματα ως μοναδικό στόχο στη ζωή του». 

Αυτό το νεαρό άτομο εργάστηκε πολύ σκληρά, έλαβε αξιώματα στην επιχείρηση και απολάμβανε τον σεβασμό των υφισταμένων του. Κάθε εργαζόμενος εργάστηκε επιμελώς και ως ομάδα με τους υπόλοιπους. Οι επιδόσεις της εταιρίας βελτιώθηκαν σημαντικά.  




Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2018

O ΠΑΛΙΑΤΖΗΣ

Οδηγούσε στεναχωρημένος, φορτωμένος στο κεφάλι του από λάθη δικά του. Αμαρτίες, ιστορίες, υπερβολές και πασαλείμματα.
Κολλημένος, όπως ήταν μέσα του, κόλλησε και πίσω από τον παλιατζή, σ’ ένα στενάκι της πόλης, μην μπορώντας να φύγει με ταχύτητα.

«Παλιατζής!» έλεγε ο άλλος από μπροστά. «Φώναξε τον παλιατζή να σου καθαρίσει την αυλή! Υπόγεια, ταράτσες, αποθήκες, αυλές!».
Το στενάκι ατέλειωτο. Το κοντέρ στα είκοσι. Ο παλιατζής τα ίδια τα δικά του.
«Φώναξε τον παλιατζή να σου καθαρίσει την αυλή! Υπόγεια, ταράτσες, αποθήκες, αυλές!».


Σηκώνει το χειρόφρενο, κατεβαίνει κάτω, πηγαίνει με ορμή στο τζάμι του παλιατζή.
«Πάρε εμένα, ρε!» του λέει. «Βάλε με από πίσω και πάρε με! Καθάρισε μου υπόγεια, ταράτσες, αποθήκες, αυλές! Τα μέσα μου, ρε! Έχω αμαρτίες, ρε! Με φορτώνεις, ρε, από πίσω;».
Τον κοιτούσε ο παλιατζής. Τι να του πει;
«Εγώ σίδερα παίρνω, κύριε. Για την ψυχή θέλει παπά».

Πάγωσε ο άνθρωπος μπροστά στον παλιατζή. Φτερούγισε, όμως, παγωμένος. Δεν το είχε σκεφτεί. «Σωστά» είπε μετά. «Σ' ευχαριστώ πολύ» .Σε δέκα λεπτά, είχε βρει έναν παπά της ενορίας του. Ξομολογήθηκε, ξαλάφρωσε.

Τι ωραία που ήταν μετά…


Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

Ο ΠΑΠΑΣ ΤΗΣ ΣΠΙΝΑΛΟΓΚΑ Με αφορμή την ευαγγελική περικοπή της θεραπείας των δέκα λεπρών

Ήμουνα λεπρός. Έζησα στη Σπιναλόγκα πολλά χρόνια. Η κατάστασή μας ήταν φρικτή. Η αρρώστια παραμόρφωνε τα πρόσωπά μας, έτρωγε τα άκρα μας. Πολλοί λεπροί ήταν χωρίς φρύδια, χωρίς μάτια, χωρίς μύτη, χωρίς χείλη, χωρίς δάκτυλα χεριών και ποδιών. Πολλών το σώμα σκεπαζόταν από μια φρικτή κρούστα. Οι πληγές ξερνούσαν πολλές φορές ακαθαρσίες και έτσι κολλούσε το σώμα με τα ρούχα. Και είχαν οι πληγές μια τρομερή βρώμα από πύο! Η ιατρική περίθαλψη ήταν ασήμαντη. Υπήρχε στο νησί ένας γιατρός και ήμαστε οι άρρωστοι περίπου εξακόσιοι! Και δεν έφταναν αυτά. Ζούσαμε οι περισσότεροι σε σπίτια μικρά, υγρά και ανήλια.

Ο φόβος της μόλυνσης έκανε όλους τους υγιείς ανθρώπους να μην τολμούν να μας πλησιάσουν. Ήταν τούτο κάτι ανώτερο από τις δυνάμεις τους. Δεν μπορούσε η ψυχή να νικήσει τη σάρκα.

Ο γιατρός, οι νοσοκόμες, οι άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι και οι γυναίκες, που έπλυναν τα ρούχα μας, άφηναν το νησί της φρίκης λίγο πριν τη δύση του ηλίου και πήγαιναν με βενζινάκατο στην Πλάκα, που ήταν δυτικά και απέναντι τηςΣπιναλόγκας. Φεύγοντας έκλειναν την πελώρια πύλη του βενετσιάνικου τείχους, που χώριζε την αποβάθρα από το χωριό μας. Και μέναμε οι λεπροί ολομόναχοι. Συντροφιά με τη μοίρα μας! Η απομάκρυνσή τους βέβαια από το νησί ήταν δικαιολογημένη. Έπρεπε να ζήσουν μερικές ώρες μακριά από το «νησί των ζωντανών νεκρών», όπως αποκαλούσαν τηΣπιναλόγκα τότε δημοσιογράφοι των αθηναϊκών εφημερίδων.

Τις δύσκολες ώρες όλοι μας, όταν δεν μπορούμε να σταθούμε όρθιοι με τα μάτια καρφωμένα στο συνάνθρωπό μας, γονατιστοί στρέφομε τα μάτια μας προς τα άνω. Και εμείς, βρισκόμενοι στη Σπιναλόγκα, στο Γολγοθά του ανθρώπινου πόνου, πηγαίναμε στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα και στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και προσευχόμαστε σιωπηλά. Νιώθαμε όλοι την ανάγκη ενός ιερέα. Εκείνος μόνο θα μπορούσε να μας παρηγορήσει με το λόγο του Θεού, να μας συμπαρασταθεί πνευματικά. Όμως ιερέας ερχόταν στο νησί μας από την Ελούντα μόνο δύο φορές το μήνα. Ερχόταν Σαββατόβραδο, έκανε τον εσπερινό και έφευγε. Ερχόταν πάλι την επόμενη μέρα, τελούσε τη Θεία Λειτουργία και έφευγε. Ερχόταν και άλλες φορές. Τότε όμως ερχόταν από αναπότρεπτη ανάγκη, για να κηδέψει τους νεκρούς μας!

Κάποια μέρα καθόμαστε μερικοί άντρες στην αυλή του καφενείου μας, που ήταν κοντά στην πύλη. Τότε πιο πέρα φάνηκε ένας ιερέας. Καταλάβαμε όλοι μας ότι ήρθε στο νησί, για να λειτουργήσει. Μόλις μας είδε ήρθε κοντά μας. Μας καλημέρισε με εγκαρδιότητα. Όλοι μας όρθιοι και με ελαφρά υπόκλιση τον καλωσορίσαμε. Κανένας μας όμως δεν έτεινε το χέρι του, για να τον χαιρετήσει. Ο λεπρός δεν πρέπει να χαιρετά με χειραψία. Κι αυτό, για να μη μεταδώσει την καταραμένη του αρρώστια. Τότε εκείνος μας χαιρέτησε όλους με χειραψία! Μας είπε απλά ότι θα μείνει κοντά μας, για να μας βοηθάει στην εκπλήρωση των χριστιανικών μας καθηκόντων. Η συγκίνησή μας ήταν μεγάλη.

Την άλλη μέρα πήγαμε στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα. Παρακολουθήσαμε όλοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, με κατάνυξη τη Θεία Λειτουργία, που τελούσε με δωρική απλότητα και απροσμέτρητη ευσέβεια.  Την Κυριακή αυτή δεν μεταλάβαμε. Δεν είχαμε ενημερωθεί έγκαιρα για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και δεν είχαμε νηστέψει. Στο τέλος της Λειτουργίας πήραμε από το χέρι του αντίδωρο. Και παίρνοντας το αντίδωρο του φιλούσαμε όλοι το χέρι! Ήταν κάτι που το επιδίωξε ο ίδιος. Καθώς έδινε το αντίδωρο, πλησίαζε το χέρι του στο στόμα μας. Όλων μας τα μάτια βούρκωσαν από συγκίνηση. Πριν έρθει εκείνος, το αντίδωρο το παίρναμε από ένα καλαμόπλεχτο πανέρι που τοποθετούσε ο νεωκόρος στο παγκάρι.

Την επόμενη Κυριακή πήγαμε σχεδόν όλοι στην εκκλησία. Η εκκλησία ήταν κατάμεστη, το ίδιο και το προαύλιό της. Τη μέρα αυτή μεταλάβαμε όλοι. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας είδαμε τον ιερέα μας να καταλύει ο,τι είχε απομείνει στο Άγιο Ποτήριο από τη μετάληψή μας! Ανοίξαμε όλοι τα ματιά μας από έκπληξη. Νομίζαμε ότι ονειρευόμαστε. Χοντρά και καυτά δάκρυα ανάβρυσαν από τα μάτια μας.    Ο ιερομόναχος Χρύσανθος έμενε κοντά μας νύκτα και μέρα. Και έμεινε κοντά μας δέκα χρόνια! Τα χρόνια αυτά εκδήλωσε σε όλους μας όχι μόνο την αγάπη της γλυκύτητας, αλλά και την αγάπη της ευποιίας. Μας επισκεπτόταν στα σπίτια μας. Μας καθοδηγούσε όλους. Ενίσχυε με τα λίγα χρήματα που είχε τους φτωχούς.  Και έκανε τούτο τηρώντας το «μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου» (Ματθ. ΣΤ´, 3). Ευγνωμονώ, όπως και όλοι οι άρρωστοι της Σπιναλόγκας, τον πατέρα Χρύσανθο για...

Δεν ολοκλήρωσε όμως τη φράση του. Ξέπασε σ᾽ ένα βουβό κλάμα. To 1957, με την ανακάλυψη των αντιβιοτικών και την ίαση των λεπρών, το λεπροκομείο έκλεισε και το νησί ερημώθηκε. Μόνο ο π. Χρύσανθος έμεινε στο νησί ως το 1962, για να μνημονεύει τους λεπρούς μέχρι πέντε χρόνια μετά το θάνατό τους.

Ο πατήρ Χρύσανθος εξεδήμησε εις Κύριον στις 3 Απριλίου 1972 και ενταφιάσθηκε στη Μονή Τοπλού.