Διεύθυνση


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΣΙΟΙ & ΟΣΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΣΙΟΙ & ΟΣΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

ΟΣΙΟΣ ΠΑΝΑΓΗΣ ΜΠΑΣΙΑΣ

Ο Όσιος Παναγής ο Μπασιάς γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλληνίας, το 1801 μ.Χ., και ήταν γιός ευσεβών και επιφανών γονέων, του Μιχαήλ Τυπάλδου – Μπασιά και της Ρεγγίνας Δελλαπόρτα. Έμαθε Ιταλικά, Γαλλικά, Λατινικά και καταρτίσθηκε στη φιλοσοφία και τη θεολογία. Μικρός ακόμα χειροθετείται αναγνώστης και στην αρχή της σταδιοδρομίας του διορίζεται γραμματοδιδάσκαλος και εξασκεί το λειτούργημα του διδασκάλου, αλλά εμπνεόμενος από τα ριζοσπαστικά κηρύγματα του Κοσμά Φλαμιάτου και Ευσεβίου Πανά, εκκλησιαστικών αναστημάτων της εποχής, οι οποίοι υπεράσπιζαν ότι οι Άγγλοι (κυρίαρχοι της Επτανήσου) προστάτες, ουσιαστικά τύραννοι, επιβουλεύονται το ορθόδοξο φρόνημα των κατοίκων, αφήνει το δημόσιο σχολείο και παραδίδει μαθήματα κατ’ οίκον συνεχίζοντας την αποστολή του.

Σε ηλικία 20 ετών, μετά τον θάνατο του πατέρα του, έχοντας έμφυτη κλίση και επηρεαζόμενος από την προσωπικότητα του πολιούχου μεγάλου ασκητού Αγίου Γερασίμου και του γείτονός του, επίσης μεγάλου ασκητού Αγίου Ανθίμου, εγκαταλείπει τα πάντα και φθάνει στο «Ξηροσκόπελο», μικρό νησάκι στην κάτω Λειβαθώ Βλαχερνών και τόπο εξορίας κληρικών από του Άγγλους. Εξόριστος τις ημέρες εκείνες ήταν και ο περίφημος Ζακύνθιος κληρικός Νικόλαος Καντούνης. Δεν έμεινε όμως πολύ διάστημα καμφθείς από τις ικεσίες της χήρας μητέρας του και της απροστάτευτης αδελφής του. Επιστρέφει λοιπόν μοναχός στον κόσμο, αλλά ολόκληρη η ζωή του αποδεικνύεται συνεχής ασκητικός αγώνας και συνεπής επαγρύπνηση των μοναχικών ιδεών και αποφάσεών του.

Το 1836 μ.Χ. χειροτονείται διάκονος και πρεσβύτερος, με το όνομα Παΐσιος, υπό του Αρχιεπισκόπου Κεφαλληνίας Παρθενίου Μακρή. Δεν επεζήτησε εφημαριακή θέση. Συνήθως λειτουργούσε στο εξωκκλήσι του Αγίου Σπυρίδωνος στον Πλατύ Γιαλό, όπου συνέρρεε πλήθος πιστών, για να λειτουργηθεί και να ακούσει τα θερμά κηρύγματά του. Υπήρξε η προσωποποίηση της ελεημοσύνης και θερμός συμπαραστάτης των αδυνάτων. Έλαβε από τον Θεό το χάρισμα της προφητείας και «προΰλεγε τὰ μέλλοντα συμβαίνειν εἰς πρόσωπα, οἰκογενείας καὶ γενικώτερον τῆς κοινωνίας», όπως γράφεται στην εισήγηση της Αγιοκατάταξης του.

Στις 21 Μαΐου 1864 μ.Χ., γεύεται τη χαρά της Ενώσεως της Επτανήσου με τη Μητέρα Ελλάδα, για την οποία εργάσθηκε με τον δικό του αντιστασιακό τρόπο πλησίον των ηρώων ριζοσπαστών, διατηρώντας και καλλιεργώντας την Ορθόδοξη Παράδοση, σε τόσο δύσκολες πολιτικές και κοινωνικές περιόδους.Το 1867 μ.Χ., με τους φοβερούς σεισμούς της Παλλικῆς, γκρεμίζεται η οικία του και από τότε φιλοξενείται στην οικία του ξαδέλφου του Ιωάννου Γερουλάνου, πατέρα του σπουδαίου χειρουργού Μαρίνου Γερουλάνου.


Λόγω της διαδοθείσης φήμης από τα πολλά θαύματα, αποφεύγοντας το φοβερό ύφαλο της πνευματικής ζωής, τον επάρατο εγωισμό, καταφεύγει στη γνωστή μέθοδο μεγάλων Ασκητών να προσποιείται τον τρελό, και έτσι συγκαταριθμείται στη χορεία των Δια Χριστόν σαλών Αγίων.Για πέντε έτη ταλαιπωρείται κλινήρης. Και ασθενής συνεχίζει να ευλογεί, να ειρηνεύει, να καθοδηγεί, να συμβουλεύει τους Χριστιανούς, οι οποίοι νυχθημερόν τον επισκέπτονται. Εκεί δέχεται την επίσκεψη του νέου Αρχιεπισκόπου Γερμανού Καλλιγά, στον οποίο προλέγει την ανάρρησή του στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο των Αθηνών.

Ο Όσιος Παναγής κοιμήθηκε το 1888 μ.Χ., και στην πάνδημη μετά τριήμερο κηδεία του εξεφώνησε περίφημο επικήδειο ο Μητροπολίτης Κεφαλληνίας Γερμανός Καλλιγάς.

Η ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων του Οσίου έγινε στις 6 Ιουνίου 1976 μ.Χ. και η Αγιοκατάταξη του έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο δια Πατριαρχικής και Συνοδικής Αποφάσεως την 4η Φεβρουαρίου 1986 μ.Χ.Τα ιερά λείψανά του φυλάσσονται εντός αργυρής θήκης στον ιερό ναό Αγίου Σπυρίδωνος Ληξουρίου, όπου και ο τάφος του.

Θαύμα του Οσίου Παναγή Μπασιά - Αφήγηση Γεράσιμος Δρακόπουλος

«…Ο αείμνηστος πατήρ μου, τότε, διηγήθη ένα καταπληκτικό θαύμα του Παπά- Μπασιά, το οποίον έζησε επί των ημερών του Παπά-Μπασιά ο πατήρ του πατρός μου - παππούς μου - Βασίλειος Δρακόπουλος, πρωτοψάλτης και συνθέτης πολλών εκκλησιαστικών ασμάτων.

Το θαύμα έχει ως εξής:

Εις το Αργοστόλιον, επί των ημερών του Παπά-Μπασιά, ζούσε μία οικογένεια αρχοντική και πολύ πλούσια, δεν ενθυμούμαι καλώς το όνομα της οικογενείας, ήτις απετελείτο από τέσσερα άτομα, τον σύζυγο, την σύζυγο και δύο άρρενα τέκνα. Οικογένεια λίαν ευσεβής και ενάρετος, ακόμη περισσότερον η κυρία, της οποίας η ζωή ήτο πλήρης αγαθοεργών πράξεων.

Μετά πάροδον ετών απέθανεν ο σύζυγος και έμεινε η χήρα με τα δύο τέκνα της.Αυτή επεδόθη εις το να διαπαιδαγωγή και νουθετή τα τέκνα της επί το χριστιανικώτερον, συνάμα επεξέτεινε την ανθρωπιστική δράσιν της, βοηθούσα κάθε πτωχόν, επισκεπτομένη ασθενείς κατ’ οίκον και βοηθούσα αυτούς, ασθενείς εις νοσοκομείον και καταδίκους εν φυλακαίς, βοηθούσα και νουθετούσα αυτούς προς την χριστιανική πίστιν.

Όταν τα τέκνα της έφθασαν εις ηλικίαν το μεν πρώτον 21 ετών, ένα βράδυ καθήμενοι μετά το δείπνον εις την τραπεζαρία, το πρώτο τέκνον ησθάνθη ένα ισχυρό πόνον εις την κεφαλήν. Αμέσως έπεσε κάτω αναίσθητο, το έβαλαν εις το κρεβάτι καλέσαντες πάραυτα τον ιατρό.Ούτος διεπίστωσε σοβαρωτάτην κατάστασιν, προετοιμάσας την κυρία δια το μοιραίον. Η κυρία ακούσασα αυτά που της είπεν ο ιατρός, κατέφυγε εις το εικονοστάσιο της οικίας της και γονυκλινής όλη την νύκτα εδέετο εις την Παναγίαν δια την σωτηρίαν του υιού της. Το πρωί δυστυχώς απεβίωσε το παιδί της.

Αυτή παρ’ όλο το πένθος και την μεγάλη λύπη της, συνέχισε την χριστιανική και ανθρωπιστική δράσι της. Μετά πάροδον όμως ενός έτους, ένα βράδυ ευρισκομένη πάλι μετά του ετέρου υιού της εις την τραπεζαρία, βλέπει απροόπτως το παιδί της να βγάζη μία κραυγή πόνου και να πίπτη κάτω αναίσθητο, όπως και το πρώτο της παιδί. Αμέσως κάλεσε τον ιατρό, όστις διεπίστωσε την ιδία περίπτωσι με το πρώτο της παιδί, αποφανθείς ότι δεν υπάρχει ουδεμία ελπίς διασώσεως αυτού. Αυτή κλαίουσα και εν απελπισία ευρισκομένη, κατέφυγε πάλι εις το εικονοστάσιο της οικίας της, και γονυκλινής όλη την νύκτα μετά δακρύων παρεκάλει τον Θεό, την Παναγία, και τον Άγιο Γεράσιμο, όπως σώσουν το παιδί της, και λόγω της χριστιανικής της δράσεως, την λυπηθούν και αποδώσουν πλήρως την υγείαν του παιδιού της. Δυστυχώς την επομένη, που ήλθεν ο ιατρός, διεπίστωσε τον θάνατο του υιού της.

Τότε η Κυρία εκμανείσα μετεβλήθη εις θηρίον ανήμερον, παύσασα τελείως την προηγουμένη δράσιν της, υβρίζουσα συνεχώς τον Θεό και τους αγίους, μη δεχομένη κανένα εις την οικίαν της. Έδωσε δύο φωτογραφίας των παιδίων της εις καλόν ζωγράφον, να της φτιάξη τα δύο πορτραίτα εις φυσικόν μέγεθος, τα όποια όταν ο ζωγράφος της παρέδωσεν, αυτή τα επλαισίωσε με πολυτελή πλαίσια, και εκκενώσασα των επίπλων το σαλόνι της, τα εκρέμασεν εις τους δύο τοίχους το εν απέναντι του άλλου, καλύψασα αυτά δι’ υφάσματος – τούλι – τοποθετήσασα κάτωθεν αυτών από ένα κηροπήγιον με μία λαμπάδα, τας οποίας κάθε τόσον ήναπτε και ατενίζουσα τα τέκνα της συζητούσε με αυτά.

Μία των ημερών, ο Παπα-Μπασιάς εμβάς εις πλοιάριον από εκείνα που την εποχήν εκείνη εκτελούσαν το πέρασμα Ληξουρίου – Αργοστολίου επήγε εις Αργοστόλιον. Εξελθών του πλοιαρίου με την ράβδο του, σιγά σιγά επήγαινε κατευθείαν εις την οικίαν της κυρίας αυτής. Φθάσας εκεί εκτύπησε την θύρα. Εβγήκε εις το παράθυρον η κυρία, και ιδούσα τον Παπά-Μπασιά τον οποίο δεν εγνώριζε, εξεμάνη υβρίζουσα αυτόν με τας χυδαιοτέρας φράσεις.

Ο Παπά-Μπασιάς, δίχως να ταραχθή, ήρεμα - ήρεμα την παρακάλεσε δια τρίτη φοράν να του ανοίξη, που ήθελε κάτι να της ειπή. Αυτή έτι περισσότερον συνέχισε να τον υβρίζη. Τότε ο Παπά-Μπασιάς είπε: «Ή μου ανοίγεις, ή ανοίγω», και με την ράβδο του έκανε το σημείο του Σταυρού εις την πόρταν, ήτις αυτομάτως ήνοιξε, και ήρχισεν ο Παπά-Μπασιάς να ανέρχεται την κλίμακα. Η κυρία ιδούσα αυτό που έγινε, έμεινεν άφωνος μη δυναμένη να εκστομίσει ούτε λέξιν.

Ο Παπά-Μπασιάς προχώρησε κατ’ ευθείαν εις το σαλόνι (ασφαλώς Θεία βουλήσει) ειπών εις την κυρίαν να τον ακολουθήση. Ήνοιξε την θύρα του σαλονιού, και λέγει εις την κυρία: κάθισε εις την γωνίαν και θα ιδής κάτι που δεν το επερίμενες. Σταθείς επ’ ολίγον εις προσευχήν ο Παπά-Μπασιάς, βλέπει η κυρία να σηκώνονται τα δύο σκεπάσματα των εικόνων των παιδιών της, και να κατέρχωνται ζωντανά εις το μέσον του δωματίου, να εξάγουν ταυτοχρόνως δύο περίστροφα, ταυτοχρόνως να πυροβολή ο ένας τον άλλον, και οι δύο ταυτοχρόνως να πίπτουν νεκροί επί του δαπέδου.

Κατόπιν του γεγονότος τούτου ευρέθησαν τα πορτραίτα ως πρότερον, σαν να μην είχε συμβή τίποτε.Η κυρία άφωνος και τρομαγμένη παρακολουθούσε τα διατρέξαντα, και τότε ο Παπά- Μπασιάς της λέγει: Κυρία μου ο Θεός δια να σε αγαπά σε εφύλαξε να μην ιδής αυτό πού είδες τώρα, και επήρε μαζί Του τα δύο τέκνα σου δια φυσικού θανάτου, διότι τα δύο σου τέκνα είχαν αγαπήσει μίαν και την αυτή γυναίκα, και επρόκειτο να σκοτωθούν δια του τρόπου που είδες δι’ αυτήν. Ως εκ τούτου να μεταμεληθής, καί να ευχαριστής τον Θεό, και να συνεχίσης την προτέρα σου χριστιανικήν δράσιν.

Πραγματικά αυτή μεταμεληθείσα, επεδόθη ψυχή και σώματι εις την προτέραν της δράσιν και εις μεγαλυτέραν κλίμακα».

(ΠΗΓΗ βιβλίο «Άγιος Παναγής Μπασιάς», πρωτοπρεσβ. Κων. Σ. Γκέλη. Αθήναι, 1987.)





Παρασκευή 12 Ιουλίου 2019

ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ

Ξαφνικά κατά τις 5:30 η ώρα το πρωί, σαν να τράβηξε κάποιος μία κουρτίνα, έφυγε ο δυτικός τοίχος του κελιού του, και σε απόσταση πέντε-εξι μέτρων εμφανίστηκε ο Χριστός μέσα σε πολύ φως, όπως εικονίζεται προσευχόμενος στον κήπο της Γεθσημανή. 

"Έλαμπε το πρόσωπό Του, έγραψε ο όσιος σε επιστολή του, και με την γλυκιά Του όψη σε διέλυε...
.. Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι η λαμπερή εκείνη όψη Του, με την γλυκιά εκείνη θεία ωραιότητα."

Την επόμενη φορά που επισκέφτηκε το ησυχαστήριο, βοήθησε τις αδελφές να αγιογραφήσουν τη μορφή του Χριστού, όπως την είχε δει. Ιδιαίτερα επέμενε να φαίνεται στην έκφραση του θείου προσώπου η θεία ιλαρότητα και η μεγάλη θεϊκή ευσπλαχνία.

"Να μην είναι αυστηρός κριτής, είπε, ώστε ένας πονεμένος ή ακόμα και ένας αμαρτωλός, να μη φοβάται όταν Τον βλέπει, αλλά να ελπίζει στην ευσπλαχνία Του και να Τον προσκυνάει ως Θεό."



Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

OΣΙΟΣ ΣΙΣΩΗΣ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ( 6 ΙΟΥΛΙΟΥ)

Έλαμψε με την πνευματική του σύνεση, την ταπεινοφροσύνη, τη φιλαδελφία και το ενδιαφέρον του στο να επιστρέψει και ένα μόνο αμαρτωλό. Μεταξύ των ασκητών αναδείχτηκε ονομαστός και μέγας, αθλητής της πρώτης γραμμής, τύπος εγκράτειας, αλλά και ψυχή που προσευχόταν για δικαίους και αδίκους, πλούσιους και φτωχούς, άρχοντες και ιδιώτες, κληρικούς και λαϊκούς και γενικά για όλο τον κόσμο. Στη γη ήταν, αλλά η ζωή του ήταν ουράνια. Υψωμένος πάνω από τη σάρκα, που χαλιναγωγούσε τέλεια με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και τη θεία κοινωνία του σώματος και του αίματος του Χριστού. Η μνήμη του μένει υπόδειγμα σ' όσους θέλουν την ασκητική ζωή, για να είναι γνήσιοι και πραγματικοί ασκητές, όχι μόνο με την αντοχή του σώματος, αλλά και με την πνευματική αναγέννηση και τη λάμψη της αρετής.

Ο άγιος Σισώης έχει τον τίτλο του μεγάλου, όπως ο άγιος Αντώνιος, και γιατί πραγματικά υπήρξε μεγάλος ασκητής, αλλά και για να ξεχωρίζει από άλλους δυο στην ίδια εποχή, που είχαν κι εκείνοι το ίδιο όνομα. Ο άγιος Σισώης στο άνθος της ηλικίας του παράτησε τα εγκόσμια κι έφυγε στην έρημο της Αιγύπτου, εκεί που πριν λίγα χρόνια είχε ασκητέψει ο άγιος Αντώνιος. Δεν τον τράβηξε προς τα εκεί μόνο ο τόπος, αλλά και το παράδειγμα του αγίου Αντωνίου, που προσπαθούσε να τον μιμηθεί στις αρετές του. Το πρώτο που φρόντιζε ο άγιος Σισώης ήτανε να παραμένει άγνωστος, αλλά οι μαθητές του αγίου Αντωνίου, θαυμάζοντας την αγιότητά του, έτρεχαν και γίνονταν δικοί του μαθητές. Γιατί η αρετή, όσο και να θέλει να κρυφτεί, δεν κρύβεται· είναι, όπως λέγει ο Ιησούς Χριστός, «πόλις επάνω όρους κειμένη»· σαν μια πόλη, που είναι χτισμένη επάνω στο βουνό και φαίνεται από παντού. Ο άγιος Σισώης ήταν τόσο απελευθερωμένος κι ανεξάρτητος από τις υλικές ανάγκες, που πολλές φορές ξεχνούσε και να φάγει. Τότε ένας μαθητής του, που τον έλεγαν Αβραάμ, του το υπενθύμιζε και του έλεγε, σαν που οι μαθητές έλεγαν στον Ιησού Χριστό· «Ραββί, φάγε».

Ο άγιος Σισώης ήταν άνθρωπος της θερμής προσευχής. Όταν προσευχότανε, η καρδιά του ήταν, σαν και να την έκαιε φωτιά. Γι’ αυτό οι μαθητές του τον ήκουαν, που συχνά αναστέναζε βαθειά. Η αληθινή προσευχή είναι μια αιματηρή αγωνία, τέτοια σαν εκείνη του Ιησού Χριστού μετά το μυστικό δείπνο, τότε που προσευχότανε στον κήπο της Γεθσημανη· ο ευαγγελιστής Λουκάς γράφει ότι ο ιδρώτας του έσταζε σαν αίμα στη γη· «εγένετο δε ο ιδρώς αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες επί την γην». Ο Ιησούς Χριστός, σαν άνθρωπος, αγωνιούσε πριν από το εκούσιο πάθος του· εμείς οι άνθρωποι προσευχόμαστε κι αγωνιούμε μπροστά στο φόβο της αμαρτίας.

Ο άγιος Σισώης ήταν επίσης άνθρωπος της ταπεινοφροσύνης. Η ταπεινοφροσύνη είναι η πρώτη αρετή κάθε πιστού. Γι’ αυτό ο άγιος Σισώης πριν απ’ όλα φοβότανε να τον επαινούν. Του άρεσε να προσεύχεται με σταυρωμένα τα χέρια, κι όμως απέφευγε να τα σταυρώνει, για να μην τον βλέπουν πως προσεύχεται. Ένας μοναχός μια μέρα του είπε· «Αισθάνομαι πως πάντα είμαι κάτω από το βλέμμα του Θεού». Κι ο άγιος Σισώης του απάντησε· «Δεν φτάνει· πρέπει να αισθάνεσαι πως είσαι και παρακάτω απ’ όλους τους αδελφούς σου». Ο Ιησούς Χριστός στην «επί του όρους» ομιλία μακάρισε πρώτα τους ταπεινόφρονες· «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι,..».

Παρ’ όλη την ασκητικότητά του, ο άγιος Σισώης παραπονιότανε στον εαυτό του πως ήταν ανάξιος μοναχός και ασκητής. Κάποτε ένας συνασκητής αδελφός παραπονιότανε κι αυτός πως δεν είχε ακόμα τη θερμότητα της ψυχής του αγίου Αντωνίου. Τότε ο άγιος Σισώης του είπε· «Εγώ, αν είχα κι ένα μόνο από τα αισθήματα του αγίου Αντωνίου, θα αισθανόμουν τον εαυτό μου να καίεται από θεϊκή αγάπη». Ήθελε να πει ο άγιος και μεγάλος ασκητής ότι η αγιωσύνη δεν είναι ανθρώπινο κατόρθωμα, αλλά δωρεά και χάρη του Θεού, ανάλογη με την προαίρεση του ανθρώπου. «Παντί τω έχοντι δοθήσεται…» λέγει στο Ευαγγέλιο ο Ιησούς Χριστός.

Ο άγιος Σισώης φοβότανε τα πολλά λόγια, γι’ αυτό απέφευγε να ομιλεί, κι όταν μιλούσε ήταν πάρα πολύ σύντομος. Τριάντα χρόνια έλεγε πάντα την προσευχή του· «Κύριε Ιησού Χριστέ, μην αφήσης να αμαρτήσω σήμερα με τη γλώσσα μου». Ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος γράφει στην επιστολή του· «Ει τις εν λόγω ου πταίει, ούτος τέλειος ανήρ». Κι ο άγιος Σισώης ήθελε πολύ να απόκτηση αυτήν την τελειότητα. Η τελευτή του βίου του αγίου Σισώη ήταν ειρηνική τελείωση ενός αγίου. Ξαπλωμένος στο ξυλοκρέββατό του, έλεγε” «Ο άγιος Αντώνιος μαζί με τους Προφήτες και τους Αγγέλους έρχονται να παραλάβουν τη ψυχή μου». Κι εκεί που έβλεπε κι έλεγε αυτά, έκλεισε τα μάτια του στο φως του αισθητού ήλιου και «μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν». Αμήν.

Απολυτίκιον. Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον.

Εκ παιδός γεωργήσας ζωήν την κρείττονα, των κατ' αυτής ενεπλήσθης θεουργικών αγαθών, των Αγγέλων μιμητά Σισώη Όσιε, όθεν ως ήλιος λαμπρός, απαυγάζεις τηλαυγώς, εν ώρα της σης εξόδου, δηλοποιών την σην δόξα, και καταλάμπων τας ψυχάς ημών.