Η
ταπεινοφροσύνη είναι ο θρόνος της αγάπης και όλων των άλλων αρετών
(Ισίδωρος Ο
Πηλουσιώτης).
Όπου κι αν βρεθείς λογάριαζε τον εαυτό σου μικρότερο και υπηρέτη των αδελφών σου
(Ισαάκ ο Σύρος).
Ταπείνωσε τον εαυτό σου και θα δεις τη δόξα του Θεού μέσα σου (Ισαάκ ο Σύρος).
Χωρίς το φως, όλα είναι σκοτεινά και χωρίς την ταπεινοφροσύνη τίποτε δεν υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, παρά μόνο σκοτάδι
(Σεραφείμ του Σαρώφ).
Οι αρετές χωρίς ταπεινοφροσύνη είναι ελαττώματα που λάμπουν (Ιερός Αυγουστίνος).
Το ύψος της αγιότητας είναι ανάλογο με το βάθος της ταπεινοφροσύνης. Αγάπη και ταπείνωση. Ιερό ζευγάρι. Η μία υψώνει και η άλλη συγκρατεί όσους υψώθηκαν και δεν τους αφήνει ποτέ να πέσουν (Ιωάννης της Κλίμακος).
Ο ταπεινός ποτέ δεν πέφτει. Γιατί από πού να πέσει, αφού στέκει πιο χαμηλά από όλους; (Μακάριος ο Αιγύπτιος)
Όπως χωρίς όπλο δεν μπορεί κανείς να σκοτώσει θηρίο, έτσι και χωρίς ταπείνωση δεν μπορεί να νικήσει τον θυμό.Η ταπείνωση είναι η μόνη αρετή που δεν μπορεί να μιμηθεί ο Σατανάς (Αγία Συγκλητική).
Ο
«μόνος» αμαρτωλός
Πέρασε κάποτε
από το νου του Μ. Αντωνίου η σκέψη σε τίνος τάχα αγίου τα μέτρα να είχε φτάσει.
Ο Θεός όμως, ο οποίος ήθελε να του ταπεινώσει τον λογισμό, του φανέρωσε μια
νύχτα στ’ όνειρό του πως καλύτερός του ήταν ο τσαγκάρης που είχε ένα
μικρομάγαζο σ’ ένα παράμερο δρόμο της Αλεξάνδρειας!
Μόλις ξημέρωσε,
ο όσιος πήρε το ραβδί του και ξεκίνησε για την πόλη. Ήθελε να γνωρίσει από
κοντά τον τσαγκάρη και να δει τις αρετές του. Με πολλή δυσκολία ανακάλυψε το
μαγαζάκι του. Μπήκε μέσα, κάθησε πλάι του στον πάγκο, κι άρχισε να τον ρωτά για
τη ζωή του.
Ο απλοϊκός
άνθρωπος δεν μπορούσε να φανταστεί ποιος ήταν εκείνος ο καλόγερος, που ήρθε
τόσο ξαφνικά να τον επισκεφθεί, και, χωρίς να πάρει τα μάτια του από το
παπούτσι που μπάλωνε, του αποκρίθηκε αργά-αργά με ηρεμία:
- Δεν ξέρω,
αββά μου, να έχω κάνει ποτέ κανένα καλό. Κάθε πρωί σηκώνομαι, κάνω την προσευχή
μου κι αρχίζω τη δουλειά μου. Λέω όμως πρώτα στον λογισμό μου, πως όλοι οι
άνθρωποι σ’ αυτή την πόλη, από τον πιο μικρό ως τον πιο μεγάλο, θα σωθούν και
μόνον εγώ θα καταδικαστώ για τις πολλές μου αμαρτίες. Κι όταν το βράδυ πάω να
πλαγιάσω, πάλι το ίδιο συλλογίζομαι.
Ο όσιος σηκώθηκε
με θαυμασμό, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και του είπε με συγκίνηση:
- Εσύ, αδελφέ
μου, σαν καλός έμπορος, κέρδισες τον πολύτιμο μαργαρίτη άκοπα. Εγώ γέρασα στην
έρημο. Ίδρωσα και κόπιασα, μα δεν έφτασα την ταπείνωσή σου.
(Γεροντικόν)
(Γεροντικόν)