Ήταν ένας αγρότης και είχε ένα σπάνιο άλογο, που το θέλανε όλοι στο χωριό και εκείνος δεν το έδινε. Kαι του λέγανε οι άλλοι, «είσαι κορόϊδο, ξέρεις πόσα λεφτά χάνεις;». «Εγώ δεν σκέφτομαι τα λεφτά. Αφού μου το εμπιστεύτηκε ο Θεός, εγώ δεν θέλω να το πουλήσω και δεν σκέφτομαι τα λεφτά, αλλά μέσα μου ευγνωμονώ το Θεό που μου το έδωσε να με εξυπηρετεί. Δεν θέλω πολλά, δεν πειράζει». Tου λέει και ένας φίλος του «Μα δεν ξέρεις πόσα χάνεις που δεν το δίνεις». «Ναι, αλλά» του λέει ο αγρότης «και εσύ δεν ξέρεις το καλό τελικά στη ζωή, μήπως και που χάνω μερικά είναι καλό. Δεν ξέρω, εγώ τα δέχομαι όπως μου τα φέρνει η ζωή». Αυτός ο χωρικός έλεγε συνέχεια αυτό το πράγμα και οι άλλοι του λέγανε «είσαι κορόιδο» και τον κορόϊδευαν. Ποιος ξέρει, τους έλεγε, ποιο είναι το σωστό. Εγώ θεωρώ αυτό σωστό, είναι όμως αλήθεια το σωστό για την ζωή μου; Δεν το ξέρω. Μετά από λίγο καιρό όμως το άλογο πήδηξε από τον στάβλο και έφυγε. Τότε το μάθανε οι χωρικοί και πήγαν και του έλεγαν «είδες που τελικά ήσουν κορόιδο; Και τα λεφτά έχασες και το άλογο. Α, δεν καταλαβαίνεις τι σου λέμε». Και τότε τους απάντησε με την γνωστή του φράση «Και ποιος ξέρει τι είναι το σωστό;. Ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να τα καταλάβει όλα αυτά. Ένα ξέρω, ότι αυτό έγινε, δεν το αρνούμαι, αλλά αν είναι καλό ή κακό που το έχασα δεν το ξέρω αυτό. Το ξέρει μόνο ο Θεός και εγώ τον εμπιστεύομαι». «Μα», του έλεγαν οι άλλοι, «πώς σκέφτεσαι έτσι;». Και έφυγαν. Μετά από λίγες ημέρες βλέπουν στο χωριό να γυρίζει το άλογό του καλπάζοντας και συνοδευόμενο από πάρα πολλά άλλα άλογα. Τι είχε γίνει; Το άλογό του είχε βγει στις ερημιές, στα δάση, και το ακολούθησαν και άλλα άγρια άλογα και μπήκανε στο στάβλο αυτού του χωρικού, που από φτωχός ξαφνικά έγινε πάλι πλούσιος και το άλογό του βρήκε και άλλα άλογα καινούρια. Τότε μαζεύτηκε όλο το χωριό και του λέγανε «Πω, πω! Τελικά δίκιο είχες. Ήτανε πολύ καλό αυτό που έγινε στη ζωή σου, έφυγε το άλογό σου και έγινες πιο πλούσιος». Και τους είπε πάλι: «Παιδιά σας είπα, δεν ξέρω ποιο είναι το καλό και το κακό, ο Θεός το ξέρει. Αυτό το βάθος βλέπω όμως και εγώ, ότι ήρθαν πίσω πολλά άλογα και ευχαριστώ το Θεό γι’ αυτό. Δεν είμαι αχάριστος, τα αφήνω όλα στο Θεό. Εγώ δεν ξέρω πολλά. Ο Θεός τα ξέρει όλα». Και μετά από λίγες μέρες ξαναβγήκε ο χωρικός αυτός με το γιο του για κυνήγι με τα άλογα και ο γιος του πέφτει και σπάει τα πόδια του. Γυρίζουν στο χωριό, μαζεύονται όλοι. «Πω, πω! Δυστυχία που σε βρήκε, εκεί που νομίζαμε ότι τα άλογα αυτά θα σου φέρουν ευτυχία, πλούτο, το παιδί σου έσπασε τα πόδια του. Είχες δίκιο τελικά που δεν μιλάς. Τελικά σε κακό βγήκε αυτό που νομίζαμε καλό. Εμείς λέγαμε είναι καλό και το παιδί σου τώρα, ανάπηρο θα μείνει». Και τους λέει: «Αγαπητοί μου φίλοι, δεν ξέρουμε τελικά τι είναι το καλό και το κακό». «Ο γιος σου έσπασε τα πόδια του, δεν είναι κακό;». «Κακό μου φαίνεται κι εμένα», απαντάει, «αλλά ποιος ξέρει ο Θεός τι βλέπει για καλό και τι για κακό. Ο Θεός ξέρει καλύτερα την αλήθεια. Εμείς δεν γνωρίζουμε την αλήθεια εις βάθος. Εμείς ξέρουμε την επιφάνεια». «Α, καλά», του λένε, «εσύ έχεις μια δική σου λογική. Εσύ είσαι από άλλο κόσμο φερμένος. Και μετά από λίγο καιρό γίνεται ένας μεγάλος πόλεμος με μία γειτονική πόλη, ο οποίος θα οδηγούσε σίγουρα στην ήττα. Από το χωριό του χωρικού επιστρατεύτηκαν όλα τα παιδιά εκτός εκείνου που το παιδί του δεν μπορούσε να πάει γιατί ήτανε παράλυτο. Τότε οι άλλοι έλεγαν «Αχ! θα χάσουμε τα παιδιά μας γι’ αυτό τον πόλεμο. Εσύ τουλάχιστον το ‘χεις παράλυτο, αλλά είναι κοντά σου». Τελικά ήταν καλό που έσπασε τα πόδια του.
«Αχ, αδελφοί μου, δεν καταλαβαίνετε ακόμα ότι δεν πρέπει να κάνετε κρίσεις. Μην βγάζετε συμπεράσματα. Δεν ξέρουμε τίποτα. Εμείς αφηνόμαστε στο Θεό, παρατηρούμε τα γεγονότα, βγάζουμε ένα περίπου δικό μας συμπέρασμα, περίπου, γιατί ο νους μας δεν μπορεί αν δεν βάλει ετικέτα. Είναι το χαρακτηριστικό του, θέλει κάτι να πει. Το πολύ μικρό παιδί είναι αθώο και αγνό. Δεν καταλαβαίνει τον εγκληματία και το αφήνει να μπει στο σπίτι. Έτσι πρέπει να γίνουμε κι εμείς. Να γίνει ο νους μας αθώος, να αφεθεί στο Θεό, να λαμπρυνθεί από το Θεό, να φωτιστεί απ’ το Θεό. Και τότε θα δει τα πράγματα αλλιώς».