(Αληθινό γεγονός που συνέβη στη Ρουμανία)
Η Ρουμανία ήταν μια ελεύθερη, ανεξάρτητη χώρα. Το 1944, όταν οι Γερμανοί έφυγαν νικημένοι, οι Ρώσοι κατέλαβαν τη χώρα. Έτσι, οι δύστυχοι Ρουμάνοι έχασαν την πολιτική, ατομική και θρησκευτική τους ελευθερία.
Οι Ρώσοι απαγόρευσαν κάθε θρησκευτική εκδήλωση στους οπαδούς του κομμουνιστικού κόμματος. Πολλές εκκλησίες έκλεισαν ή τις έκαναν μουσεία, αποθήκες, αίθουσες διαλέξεων, κινηματογράφους, θέατρα. Στην κόγχη πολλών εκκλησιών, όπου αγιογραφούμε ευλαβικά την Πλατυτέρα, την Παναγία μας, οι Ρώσοι υπερήφανα έχουν ζωγραφίσει πυραύλους, δορυφόρους, «σπούτνικ» και επαναλαμβάνουν συχνά τη λέξη «Ναούκα» (=επιστήμη). Δηλαδή, εμείς, δεν πιστεύουμε στο Θεό, στη θρησκεία, αλλά στο μυαλό μας, στη θεά επιστήμη. Με ποινή απολύσεως απειλούσαν όσους θα βάφτιζαν τα παιδιά τους. Οι χριστιανοί αναγκάστηκαν να κρύψουν τα εικονίσματα σε μυστικές κρύπτες, για να μην προδοθούν. Μυστικές κατακόμβες άρχισαν να λειτουργούν. Το κράτος τότε παρακολουθούσε όλες τις κινήσεις μικρών και μεγάλων.
Οι δάσκαλοι όχι μόνο δεν έκαναν προσευχή, διδασκαλία θρησκευτικών, όχι μόνο δεν πήγαιναν τα παιδιά στην Εκκλησία, αλλά κατηγορηματικά απειλούσαν όποιον μαθητή έπιαναν να βρίσκεται στην Εκκλησία. Σε κάποιο λοιπόν ρουμανικό σχολείο πήγαιναν τρία αδέλφια: ο Αλιόσα, ο Δημήτριεφ και η Κατιούσα. Οι γονείς τους ήταν πάρα πολύ ευσεβείς και έδωσαν χριστιανική ανατροφή στα παιδιά τους. Κρύβονταν, όμως, για να μην χάσουν τη θέση τους. Κάθε Κυριακή, έπαιρναν τα παιδιά τους και πήγαιναν μυστικά στην Εκκλησία, όπου με μεγάλη ευχαρίστηση λάτρευαν το Θεό μας.
Κάποια μέρα, όμως, βρήκε συμφορά τα παιδιά. Ήταν Δευτέρα πρωί, τα καλά αδελφάκια έλαμπαν από χαρά και αγαλλίαση, γιατί είχαν κοινωνήσει την προηγούμενη μέρα. Ο Διευθυντής του σχολείου παράταξε όλα τα παιδιά. Τότε κάλεσε μπροστά του τα τρία αδελφάκια και είπε βλοσυρά: «είστε απείθαρχοι, ανάγωγοι, κακοί μαθητές. Πόσες φορές έχουμε πει ότι δεν πρέπει να πηγαίνετε στην Εκκλησία; Χτες πήγατε. ΝΑΙ ή ΟΧΙ;» Και τα τρία είπαν με μια φωνή: «ΝΑΙ, πήγαμε». Τότε κατακόκκινος από το θυμό του ο διευθυντής λέει στ’ άλλα παιδιά: «Εμπρός! Όλοι θα περάσετε και θα φτύσετε τους τρεις ξεροκέφαλους αντάρτες!» Τα παιδιά του σχολείου άρχισαν να περνούν δίπλα και να φτύνουν στο πρόσωπο τα τρία αδέλφια. Η Κατιούσα δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της. Τότε ο Αλιόσα σκύβει και της ψιθυρίζει στο αυτί: «Σταμάτα Κατιούσα! Ντροπή σου! Και το Χριστό μας σταύρωσαν! Κλείσε τα μάτια σου και κάνε προσευχή για αυτούς, που μας φτύνουν τώρα. Δεν φταίνε Κατιούσα! Δεν φταίνε!» Όταν τελείωσε το εξευτελιστικό μαρτύριο, τα παιδιά είχαν γεμίσει φτύματα. Ο Διευθυντής πήρε τότε τα παιδιά και τα πέταξε σ’ ένα δωμάτιο δίχως καθίσματα, χωρίς έπιπλα. Εκεί, μείνανε όρθια, κλεισμένα ώσπου τελείωσε το μάθημα.
Τα τρία αδελφάκια γύρισαν κουρασμένα και δακρυσμένα στο σπίτι, όπου διηγήθηκαν τα πάντα, συγκινημένα, στη μητέρα τους. Η καλή και ευσεβής μητέρα τους δεν μίλησε καθόλου. Έσκυψε μόνο και φίλησε τρυφερά τα τρία βλαστάρια της. Η Κατιούσα θυμάται αυτό το φίλημα σ’ όλη της τη ζωή. «Αυτό το φίλημα, μετά το μαρτυρικό φτύσιμο, ήταν το γλυκύτερο και ωραιότερο φιλί που ένιωσα στη ζωή μου. Θα το θυμάμαι για πάντα».