Διεύθυνση


Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

ΑΧ ΑΓΑΠΗ


Υπήρχε κάποτε ένας κήπος τεράστιος, μεγάλος όσο ολόκληρη η γη μας. Στον κήπο αυτό υπήρχαν λογής-λογής λουλούδια: φανταχτερά, λιτά, μικρά, μεγάλα. Ήταν χωρισμένα σε παρτέρια και οι άνθρωποι διάλεγαν πια από αυτά θα φροντίσουν, ανάλογα με τις προτιμήσεις του ο καθένας. Σε αυτό τον μεγάλο κήπο λοιπόν, υπήρχε ένα λουλούδι ταπεινό, μικρότερο και λιγότερο φανταχτερό από όλα τα άλλα που φύτρωναν δίπλα του. Αυτό ήταν άσπρο και είχε σχήμα κρίνου, μα και τα πιο κοφτερά αγκάθια από οποιοδήποτε άλλο λουλούδι. Στην αρχή περνούσε απαρατήρητο, μέχρι που οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν την μαγευτική του μυρωδιά. Μια μυρωδιά όμοια ίσως μ’ αυτήν των αγγέλων. Η μυρωδιά της ηρεμούσε τις ψυχές των ανθρώπων, τους πρόσφερε γαλήνη κι ένα ασυνήθιστο συναίσθημα, που ο καθένας περιέγραφε διαφορετικά. Άλλους σαν άγγιγμα Θεού, άλλους σαν μια ζεστή αγκαλιά… Σιγά-σιγά όλο και περισσότεροι άνθρωποι φρόντιζαν το λουλούδι αυτό, του έδωσαν μάλιστα κι ένα όνομα: αγάπη. Το παρτέρι όλο και μεγάλωνε και το λουλούδι όλο και φούντωνε, μαζί με τα αγκάθια του. Πολλά πουλιά επισκέπτονταν τον κήπο και κάθονταν στα πλούσια κλαδιά του λουλουδιού. Όσο όμως μεγάλωνε η αγάπη, τόσο μάτωναν και τα χέρια των ανθρώπων που την φρόντιζαν, συνέχιζαν όμως, μόνο για το συναίσθημα που τους πρόσφερε το άρωμά της, το οποίο πλημμύριζε ολόκληρο τον κήπο. Κάποια μέρα όμως, κάποια πουλιά ‘φέραν κάτι σπόρους από μια χώρα μακρινή και τους έριξαν δίπλα από την αγάπη. Οι σπόροι βρήκαν εύφορο έδαφος και έγιναν γρήγορα μπουμπούκια, που όταν άνοιξαν άφησαν τους ανθρώπους άφωνους: Ήταν κάτι λουλούδια με πέταλα τόσο μεγάλα, ώστε ένας άνθρωπος χωρούσε να ξαπλώσει. Το χρώμα τους ήταν ένα εντυπωσιακό κιτρινοπράσινο και το κλωνάρι τους δεν είχε κανένα αγκάθι. Οι άνθρωποι ενθουσιάστηκαν με τα νέα αυτά λουλούδια, παρόλο που η μυρωδιά τους ήταν απαίσια. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι παρατούσαν την φροντίδα της αγάπης και άρχισαν να φροντίζουν με μανία τα νέα φυτά: Την απληστία, τον πόλεμο, το μίσος. Σιγά-σιγά η αγάπη άρχισε να μαραίνεται, το άρωμά της άρχισε να εξασθενεί, όσο η απληστία, ο πόλεμος και το μίσος πολλαπλασιάζονταν και άπλωναν παντού την απαίσια μυρωδιά τους. Η αγάπη μπορούσε πλέον να φωτοσυνθέτει με μεγάλη δυσκολία. Κάποια στιγμή, πέτυχε έναν παλιό κηπουρό, που την φρόντιζε όσο κανείς άλλος, να περνά από μπροστά της. Ήταν βιαστικός, γιατί έτρεχε να φροντίσει το νέο παρτέρι. Με αδύναμη φωνή, η αγάπη τον παρακάλεσε να έρθει κοντά της. Αυτός έκανε να φύγει, το αμυδρό όμως άρωμα που ακόμη ανέδυε τον έκανε να κοντοσταθεί. Η αγάπη τότε τον ρώτησε: «Μα γιατί; Εγώ σας πρόσφερα όλο μου το άρωμα, όλη μου την ουσία, σας έκανα ευτυχισμένους. Γιατί με αφήσατε για αυτά τα λουλούδια;». Ο κηπουρός της είπε τότε σκεφτικός: «Γιατί αγάπη, η απληστία, ο πόλεμος, το μίσος, μας ευχαριστούν με την ομορφιά τους και δεν μας πονούν». Έβγαλε τα γάντια που φορούσε κι έδειξε στην αγάπη τα γρατζουνισμένα χέρια του. «Εσύ αγάπη, μας πρόσφερες ευτυχία, αλλά και πόνο, πολύ. Κάθε φορά που θέλαμε να έρθουμε κοντά σου, τα αγκάθια σου μας μάτωναν τα χέρια. Αχ αγάπη, μας πονάς. Δεν θέλω να πονέσω για την ευτυχία». «Μα… τα λουλούδια που σας αρέσουν τώρα μυρίζουν τόσο απαίσια!», είπε η αγάπη απελπισμένη. Ο κηπουρός την κοίταξε παραξενεμένος: «Μπορεί να μην έχουν τη δικιά σου ευωδία, δεν βρωμούν όμως και είναι όμορφα». Έπειτα σηκώθηκε και έφυγε βιαστικός. Η αγάπη συνέχισε να μαραζώνει, ώσπου εξαφανίστηκε εντελώς από τον κήπο. Το κενό που άφησε το γέμισε γρήγορα το νέο παρτέρι. Όλα όμως τα πουλιά σταμάτησαν να έρχονται στον κήπο, όλα τα υπόλοιπα λουλούδια άρχισαν να μαραζώνουν κι αυτά, ενώ η μυρωδιά των κυρίαρχων λουλουδιών άρχισε να γίνεται αφόρητη. Όταν οι άνθρωποι κατάλαβαν το λάθος που έκαναν και είδαν πόσο άσχημα ήταν τελικά τα λουλούδια, προσπάθησαν να φυτέψουν ξανά την αγάπη. Έψαξαν από τη μία άκρη του κήπου ως την άλλη, αλλοίμονο όμως, δεν είχε μείνει κανένας της σπόρος πια.
Από τότε, οι άνθρωποι βάδιζαν αδιάκοπα ψάχνοντας έναν σπόρο της παλιάς αγάπης. Αλλά μόνο οι πιο αποφασισμένοι καταφέρνουν τελικά να βρουν ένα μικρό σποράκι, να φυτέψουν σε μια γωνιά του κήπου, μπας και μοσχομυρίσει λίγο η ζωή τους.
                                     Μ. Ψ.