Διεύθυνση


Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ Γ΄

ΕΛΕΟΝ ΑΓΑΛΙΑΣΕΩΣ

Όπως το νερό, έτσι και το λάδι υπήρξε ανέκαθεν ένα ουσιαστικό θρησκευτικό σύμβολο. Στην αρχαιότητα χρησιμοποιείται ως φάρμακο (πρβλ. παραβολή καλού Σαμαρείτη) και ως πηγή φωτός (άρα, χαράς). Γι’ αυτό και πολυέλ(ε)αιος στις αγρυπνίες ο 135ος ψαλμός (εξομολογείσθε τω Κυρίω), επειδή αναφέρεται συχνά η λέξη έλεος (=συγγνώμη) και παράλληλα φωτίζεται η Εκκλησία από το πολύ λάδι (άναμμα καντηλιών). Επίσης, αποτελεί σύμβολο συμφιλίωσης και ειρήνης (Νώε, περιστέρι με κλαδί ελιάς). Άρα, το λάδι κατά τη διάρκεια του Βαπτίσματος αποτελεί ακόμα ένα σύμβολο της ζωής, ως δώρου του Αγίου Πνεύματος, δηλ. συμμετοχής στην ίδια τη θεία Ζωή.

Η χρίση του ελαίου μαρτυρείται ήδη από τις αρχές του Γ’ αι. Επισφραγίζονται οι εξορκισμοί των κατηχουμένων. 

Και πάλι ακολουθείται η ίδια τάξη: πρώτα εξορκισμός, απελευθέρωση-αποκατάσταση στην αληθινή λειτουργία του (όπως αποκαλύπτει ο συμβολισμός του). Αυτή είναι η σημασία του εμφυσήματος και της τριπλής ευλογίας με το σημείο του σταυρού. Μετά η ανάμνηση (ανακεφαλαίωση του νοήματος του ελαίου στην ιστορία της σωτηρίας), ο καθαγιασμός και το αποτέλεσμα (ο στόχος, η δωρεά της νέας ζωής, της θεραπείας (από την αμαρτία), της ειρήνης.

ΣΤΑΥΡΟΕΙΔΗΣ ΕΚΧΥΣΗ ΤΟΥ ΕΠΟΡΚΙΣΤΟΥ ΕΛΑΙΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΛΥΜΒΗΘΡΑ 
Πραγματοποίηση και τελειοποίηση της δημιουργίας (η κολυμβήθρα έμπλεη αγιασμένου ύδατος και ελαίου έτοιμη να προσφερθεί στον άνθρωπο ως δώρο καινούριας ζωής, φωτός και δύναμης .
    
ΧΡΙΣΗ  ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΝΑ ΒΑΠΤΙΣΘΕΙ
Αναδημιουργία του ανθρώπου, του σώματός του, των μελών και των αισθήσεών του . Το Βάπτισμα αποκαθιστά τον όλο άνθρωπο, συμφιλίωση ψυχής και σώματος. Το έλαιον της χαράς (αγαλλιάσεως): το ίδιο λάδι στο νερό και στο σώμα του ανθρώπου για συμφιλίωση με τον Θεό και εν Θεώ με τον κόσμο.
Το λάδι στο βάπτισμα χρησιμοποιείται για να δείχνει τη χρίση και να μα κάνει χριστούς και να μας δίνει το έλεος του Θεού, που μας υποσχέθηκε δια μέσου του Αγίου Πνεύματος (κλαδί ελιάς-κατακλυσμός): Ιωάννης Δαμασκηνός.
Η επάλειψη του φωτιζομένου από τον ανάδοχο χρονολογείται από τον ΙΕ’ αι. Παλαιότερα από τους διακόνους ή τις διακόνισσες.