Νηστεύει ἡ ψυχή μου ἀπό πάθη
καί τό σῶμα μου ολόκληρο
τήν ἀκολουθεῖ.
Οἱ ἀπαραίτητες μόνο ἐπιθυμίες –
καί τό κρανίο μου ὁλημερίς χῶρος μετανοίας
ὃπου ἡ προσευχή παίρνει τό σχῆμα θόλου.
Κύριε, ἀνῆκα στούς ἐχθρούς σου.
Σύ εἶσαι ὃμως τώρα πού δροσίζεις
τό μέτωπό μου ὡς γλυκύτατη αὒρα.
Ἒβαλες μέσα μου πένθος χαρωπό
καί γύρω μου
ὃλα πιά ζοῦν καί λάμπουν.
Σηκώνεις τήν πέτρα – καί τό φίδι
φεύγει καί χάνεται.
Ἀπ’ τήν ἀνατολή ὣς τό βασίλεμμα τοῦ ἣλιου
θυμᾶμαι πώς εἶχες κάποτε
σάρκα καί ὂστά γιά μένα.
Ἡ νύχτα καθώς τήν πρόσταξες
ἁπαλά μέ σκεπάζει
κι ὁ ὓπνος – πού ἂλλοτε ἒλεγα
πώς ὁ μανδύας του
μέ χίλια σκοτάδια εἶναι καμωμένος,
ὁ μικρός λυτρωτής, ὃπως ἂλλοτε ἒλεγα-
μέ παραδίδει ταπεινά στά χέρια σου…
Μέ τη χάρη σου ζῶ τήν πρώτη λύτρωσή μου.
Ν. Καροῦζος
καί τό σῶμα μου ολόκληρο
τήν ἀκολουθεῖ.
Οἱ ἀπαραίτητες μόνο ἐπιθυμίες –
καί τό κρανίο μου ὁλημερίς χῶρος μετανοίας
ὃπου ἡ προσευχή παίρνει τό σχῆμα θόλου.
Κύριε, ἀνῆκα στούς ἐχθρούς σου.
Σύ εἶσαι ὃμως τώρα πού δροσίζεις
τό μέτωπό μου ὡς γλυκύτατη αὒρα.
Ἒβαλες μέσα μου πένθος χαρωπό
καί γύρω μου
ὃλα πιά ζοῦν καί λάμπουν.
Σηκώνεις τήν πέτρα – καί τό φίδι
φεύγει καί χάνεται.
Ἀπ’ τήν ἀνατολή ὣς τό βασίλεμμα τοῦ ἣλιου
θυμᾶμαι πώς εἶχες κάποτε
σάρκα καί ὂστά γιά μένα.
Ἡ νύχτα καθώς τήν πρόσταξες
ἁπαλά μέ σκεπάζει
κι ὁ ὓπνος – πού ἂλλοτε ἒλεγα
πώς ὁ μανδύας του
μέ χίλια σκοτάδια εἶναι καμωμένος,
ὁ μικρός λυτρωτής, ὃπως ἂλλοτε ἒλεγα-
μέ παραδίδει ταπεινά στά χέρια σου…
Μέ τη χάρη σου ζῶ τήν πρώτη λύτρωσή μου.
Ν. Καροῦζος
