Μια φορά και έναν καιρό, ζούσε ένας ναύτης που ταξίδευε μέρα-νύχτα, και την οικογένεια του πού και που την έβλεπε… Είχε έναν γιο, μικρό σε ηλικία, αλλά μεγάλο σε ωριμότητα και γενναιότητα. Η γυναίκα του, δυναμική, αισιόδοξη και προτίστως πιστή και επιμελής στις εντολές του Θεού. Ο ναύτης έβλεπε την οικογένειά του μια φορά την εβδομάδα και κυρίως στις επίσημες γιορτές και αργίες. Η γυναίκα του ήταν άνεργη. Άνεργη, αλλα δυναμική και μαχητική. Αυτά τα δύο προσόντα τα απέκτησε μέσω της προσπάθειας που κατέβαλλε, να μεγαλώσει σωστά, μόνη, το παιδί της.
Κάποια Χριστούγεννα, μετά από μια επίσκεψη στον γιατρό, η μητέρα έφερε τα ευχάριστα νέα στην οικογένεια, ότι σε εννιά μήνες θα αποκτούσε μωράκι! Ο πατέρας συγκινημένος, πήρε την οικογένεια και με όλα τα χρήματα που μάζευε τα τελευταία χρόνια, τους πήγε ένα όμορφο, οικογενειακό, χειμωνιάτικο ταξίδι!
Οι μέρες πέρασαν γρήγορα αλλά ευχάριστα και ο ίδιος δεν κατάλαβε πότε ξαναβρέθηκε στα κύματα. Το πλοίο ήταν εμπορικό. Μετέφερε βαμβάκι σε μακρινά μέρη. Οι καιροί στην θάλασσα ήταν δύσκολοι. Πολλές φορές έβλεπε τη θάλασσα σαν να ήταν ο Παράδεισος, η μετά θάνατον ζωή και ύστερα έβγαινε ο Ιησούς και τον καθησύχαζε πως όλα θα πάνε καλά, σε περίπτωση τρικυμίας.
Ώσπου μια μέρα, Ιούνιος θα ήταν, βγήκε έκτακτο δελτίο ειδήσεων ότι ο καιρός , την επομένη, θα είχε ισχυρή επιδείνωση με καταιγίδες και βοριάδες. Εκείνη τη νύχτα ο ανδρας δεν κοιμήθηκε. Το επόμενο πρωί ο καιρός ήταν, μυστηριωδώς, καλός. Ο άνδρας χαρούμενος έλαβε ένα μήνυμα από την γυναίκα του ότι έσπασαν τα νερά. Αγχωμένος ρώτησε τον καπετάνιο πότε ήταν η επιστροφή στη πόλη. Ο καπετάνιος απορρημένος απάντησε , ότι αν ο καιρός ήταν ευνοϊκός, εκείνη τη μέρα το μεσημέρι, αλλιώς την επομένη. Ο ναύτης τρελάθηκε, ήθελε να πάρει το πρώτο αεροπλάνο να πάει στη γυναίκα του, όμως ήταν αργά.
Στη πόλη, ο γιός του ακολούθησε πιστά τη μητέρα του μέχρι το μαιευτήριο.
Ξαφνικά ο καιρός στο πλοίο χειροτέρεψε. Ο ναυτικός ήξερε τι θα ακολουθούσε και παρόλη την ωριμότητά του, έβαλε τα κλάματα. Δε θα έβλεπε το παιδι του, που θα ερχόταν στο κόσμο νεογέννητο. Σοκαρίστησκε. Ο καιρός σκοτείνιασε, τα μπουμπουνητά πλησίαζαν, τα κύματα αποκτούσαν ύψος. Αμέσως δόθηκε εντολή να φορέσει όλο το προσωπικό σωσίβια γιλέκα. Όλη η επιβίωση του προσωπικού στηριζόταν στα χέρια του καπετάνιου. Η τρικυμία επιδεινώθηκε. Με το πρώτο μεγάλο κύμα έσπασε το τζάμι του θαλάμου του καπετάνιου. Όταν το είδε αυτό, ο άνδρας έτρεξε αμέσως να βοηθήσει. Ξφνικά πήρε μήνυμα από τη γυναίκα του ότι η γέννα καθυστερούσε και ότι η γυναίκα του είχε χαμηλή πίεση και πυρετό. Ο άνδρας κόντεψε να λιποθυμήσει. Η άκρη του ματιού του, αντίκρισε το ελικόπτερο έκτακτης ανάγκης. Η πρώτη σκέψη που του πέρασε από το μυαλό του, ήταν να πάει να βρει τη γυναίκα του. Ο καιρός όλο και δυνάμωνε. Άναψε τον έλικα, έβαλε βενζίνη. Ξαφνικά άκουσε μια δυνατή κραυγή από το πιλοτήριο. Αμέσως έτρεξε να δει τι συμβαίνει. Τά’χασε. Ο καπετάνιος λιποθύμησε. Ήξερε ότι πια όλοι οι ναυτικοί ήταν αφημένοι στο έλεος του Θεού. Κοίταξε το ελικόπτερο. Τους αγαπούσε τους υπόλοιπους ναύτες. Αγαπούσε εξίσου τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Κόλλησε. Αυτή τη φορά κύλησε δάκρυ. Το σκούπισε. Μονολόγησε «Θεέ τι να κάνω? Να σώσω εκατοντάδες ταλαίπωρους ναύτες ή να πάω στη γυναίκα μου και στο νεογέννητο μωρό μου?». Δε πήρε απάντηση. Χωρίς δεύτερη σκέψη έπιασε το τιμόνι του πλοίου…
Α.Κ.
Κάποια Χριστούγεννα, μετά από μια επίσκεψη στον γιατρό, η μητέρα έφερε τα ευχάριστα νέα στην οικογένεια, ότι σε εννιά μήνες θα αποκτούσε μωράκι! Ο πατέρας συγκινημένος, πήρε την οικογένεια και με όλα τα χρήματα που μάζευε τα τελευταία χρόνια, τους πήγε ένα όμορφο, οικογενειακό, χειμωνιάτικο ταξίδι!
Οι μέρες πέρασαν γρήγορα αλλά ευχάριστα και ο ίδιος δεν κατάλαβε πότε ξαναβρέθηκε στα κύματα. Το πλοίο ήταν εμπορικό. Μετέφερε βαμβάκι σε μακρινά μέρη. Οι καιροί στην θάλασσα ήταν δύσκολοι. Πολλές φορές έβλεπε τη θάλασσα σαν να ήταν ο Παράδεισος, η μετά θάνατον ζωή και ύστερα έβγαινε ο Ιησούς και τον καθησύχαζε πως όλα θα πάνε καλά, σε περίπτωση τρικυμίας.
Ώσπου μια μέρα, Ιούνιος θα ήταν, βγήκε έκτακτο δελτίο ειδήσεων ότι ο καιρός , την επομένη, θα είχε ισχυρή επιδείνωση με καταιγίδες και βοριάδες. Εκείνη τη νύχτα ο ανδρας δεν κοιμήθηκε. Το επόμενο πρωί ο καιρός ήταν, μυστηριωδώς, καλός. Ο άνδρας χαρούμενος έλαβε ένα μήνυμα από την γυναίκα του ότι έσπασαν τα νερά. Αγχωμένος ρώτησε τον καπετάνιο πότε ήταν η επιστροφή στη πόλη. Ο καπετάνιος απορρημένος απάντησε , ότι αν ο καιρός ήταν ευνοϊκός, εκείνη τη μέρα το μεσημέρι, αλλιώς την επομένη. Ο ναύτης τρελάθηκε, ήθελε να πάρει το πρώτο αεροπλάνο να πάει στη γυναίκα του, όμως ήταν αργά.
Στη πόλη, ο γιός του ακολούθησε πιστά τη μητέρα του μέχρι το μαιευτήριο.
Ξαφνικά ο καιρός στο πλοίο χειροτέρεψε. Ο ναυτικός ήξερε τι θα ακολουθούσε και παρόλη την ωριμότητά του, έβαλε τα κλάματα. Δε θα έβλεπε το παιδι του, που θα ερχόταν στο κόσμο νεογέννητο. Σοκαρίστησκε. Ο καιρός σκοτείνιασε, τα μπουμπουνητά πλησίαζαν, τα κύματα αποκτούσαν ύψος. Αμέσως δόθηκε εντολή να φορέσει όλο το προσωπικό σωσίβια γιλέκα. Όλη η επιβίωση του προσωπικού στηριζόταν στα χέρια του καπετάνιου. Η τρικυμία επιδεινώθηκε. Με το πρώτο μεγάλο κύμα έσπασε το τζάμι του θαλάμου του καπετάνιου. Όταν το είδε αυτό, ο άνδρας έτρεξε αμέσως να βοηθήσει. Ξφνικά πήρε μήνυμα από τη γυναίκα του ότι η γέννα καθυστερούσε και ότι η γυναίκα του είχε χαμηλή πίεση και πυρετό. Ο άνδρας κόντεψε να λιποθυμήσει. Η άκρη του ματιού του, αντίκρισε το ελικόπτερο έκτακτης ανάγκης. Η πρώτη σκέψη που του πέρασε από το μυαλό του, ήταν να πάει να βρει τη γυναίκα του. Ο καιρός όλο και δυνάμωνε. Άναψε τον έλικα, έβαλε βενζίνη. Ξαφνικά άκουσε μια δυνατή κραυγή από το πιλοτήριο. Αμέσως έτρεξε να δει τι συμβαίνει. Τά’χασε. Ο καπετάνιος λιποθύμησε. Ήξερε ότι πια όλοι οι ναυτικοί ήταν αφημένοι στο έλεος του Θεού. Κοίταξε το ελικόπτερο. Τους αγαπούσε τους υπόλοιπους ναύτες. Αγαπούσε εξίσου τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Κόλλησε. Αυτή τη φορά κύλησε δάκρυ. Το σκούπισε. Μονολόγησε «Θεέ τι να κάνω? Να σώσω εκατοντάδες ταλαίπωρους ναύτες ή να πάω στη γυναίκα μου και στο νεογέννητο μωρό μου?». Δε πήρε απάντηση. Χωρίς δεύτερη σκέψη έπιασε το τιμόνι του πλοίου…
Α.Κ.
