Στα βήματα του Ιησού μου…
ΠΡΑΙΤΩΡΙΟ
Άραγε ήρθα εγώ στα βήματά Σου ή έκανες Εσύ το αντίστροφο;
Ήρθες στην ενοχή μου, στην καταδίκη μου, στη φυλακή, στα καρφιά, στον σταυρό, στον θάνατο…
Τα έκανες όλα δικά Σου.
Για να γίνει δική μου η Ανάστασή Σου…
Εκεί που ήμουν εγώ η ένοχη θανάτου, κυοφορώντας τον φονιά εγωισμό,
διώχνοντας Εσένα, την μόνη Ζωή μου…
Εκεί που ήμουν εγώ η άξια της έσχατης ποινής, επιλέγοντας να ακούω τους χτύπους στην καρδιά μου, περιφρονώντας την μόνη ανάγκη της, να ενωθεί με τον Δημιουργό της- πόσο πιο βλάσφημη άρνηση!-…
Κι εκεί που δικαζόμουν,
ξάφνου έρχεσαι,
βηματίζεις αργά Βασιλιά μου,
μπαίνεις μπροστά,
και αἴρεις τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, ὁ αἴρων τὰς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου!
Φορτώνεσαι Εσύ την ενοχή μου.
Ντύνεσαι Εσύ την βρωμιά μου.
Και έπειτα υιοθετείς το μαρτύριό μου, Αναμάρτητε.
Υπομένεις τα δικά μου αγκάθια, τα δικά μου ραπίσματα.
Ληστεύεις ολοκληρωτικά τα βάσανά μου.
Μα πώς τα αντέστρεψες όλα, Επαναστάτη της Αγάπης;
Πώς τώρα το σταυρωθήτω είναι κραυγή για τον Υιό του ανθρώπου;
Πώς τώρα χαστουκίζουν Εσένα, τον άσπιλο;
Πώς φυλακίζεσαι Εσύ, η Ελευθερία μου;
Πώς συκοφαντείσαι Εσύ, η Αλήθεια μου;
Πώς αδικείσαι Εσύ, η Δικαιοσύνη μου;
Πώς πεθαίνεις Εσύ, η Ζωή μου;
Στο Πραιτώριο, αγαπημένε μου Χριστέ, η φυλακή Σου ήταν δική μου.
Εγώ την έχτισα, με τα πετρώδη μου πάθη.
Κι όταν μπήκα, ένιωσα ότι μονάχα εγώ την άξιζα.
Κι όμως, ήσουν Εσύ εκεί,
Καθισμένος, σκυμμένος, ματωμένος, δακρυσμένος,
Να με περιμένεις για να την γκρεμίσεις!
Πόσο με αγάπησες μέσα στη φυλακή που Σ’ έριξα, Χριστέ μου!
Πόσο, μα πόσο με ελευθέρωσες!
Το Πραιτώριο, Αμνέ του Θεού, ήταν ό, τι Σου πρόσφερα ως τώρα.
Πάθος, αμαρτία, πόνος…
Το Πραιτώριο, Αμνέ του Θεού, ήταν ό, τι μου πρόσφερες ως τώρα.
Άφεση, αγκαλιά, θυσία…
Χριστέ μου, έλα στην φυλακή μου!
Ελευθέρωσέ με απ’ όλα τ’ άλλα.
Φυλάκισέ με μόνο στην Αγάπη Σου…
Με πολιορκεί υπέροχα η απειρία της, η ανεξικακία της, η υπομονή της, η σιωπή της, η θυσία της.
Είναι μια ελεύθερη σκλαβιά αυτή η τέλεια Αγάπη!
Νικά την αμαρτία μες στην υγρή φυλακή της ψυχής μου.
Δεν ήρθα εγώ στην φυλακή Σου, λοιπόν.
Ήρθες Εσύ στην δική μου,
-το είδα πια ολοκάθαρα ότι ήρθες.
Και την γκρέμισες.
Συγχώρεσέ με, Χριστέ μου, για το αμαρτωλό μου Πραιτώριο!
Συγχώρεσέ με για την βρωμερή φυλακή μου!
Μόνο ο αγαπητικός Σου πόνος τα γκρεμίζει.
Μόνο επειδή υπέστης τα πάντα,
Μόνο επειδή ανέστης για πάντα,
Ελπίζω και σ’ εκλιπαρώ:
Γκρέμισέ με, Χριστέ μου!
Για να ελευθερωθώ στην φυλακή της ελευθερίας, την Αγάπη Σου!...
Μ-Α.Ρ.

