Ο Αββάς Ιωάννης ο Πέρσης ήταν τόσο χαριτωμένος απ’ τον Θεό ώστε έφτασε σε πολύ μεγάλη ακακία και αγαθοσύνη ψυχής. Διηγούνται γι’ αυτόν τα εξής: Δανείστηκε κάποτε από έναν αδελφό ένα χρυσό νόμισμα και αγόρασε λινάρι για το εργόχειρό του. Τον επισκέπτεται ένας αδελφός και βλέποντας τη μεγάλη ποσότητα του λιναριού του λέει παρακλητικά: «Χάρισέ μου αββά λίγο λινάρι να πλέξω ένα ρούχο για τον εαυτό μου» και του το έδωσε με χαρά! Πάλι έρχεται άλλος αδελφός και βλέποντας το λινάρι παρακαλεί και αυτός να του δώσει λίγο για μια ανάγκη του. Και ο αββάς Ιωάννης με μεγάλη προθυμία και ευχαρίστηση ανταποκρίθηκε στο αίτημα του αδελφού. Αλλά συνέβη να έρθουν πολλοί και όλοι να του ζητήσουν «από λίγο» κι εκείνος δεν αρνήθηκε σε κανέναν, ώστε να τελειώσει όλο το λινάρι χωρίς ο ίδιος να προλάβει να χρησιμοποιήσει από αυτό στο εργόχειρό του.
Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα έρχεται και ο αδελφός που του δάνεισε το χρυσό νόμισμα και ζητούσε να του το επιστρέψει. Ο μακάριος εκείνος γέρων καθόλου δεν ταράχτηκε, αλλά πιστεύοντας στο λόγο της Γραφής «ιλαρόν δότην αγαπά ο Θεός», του λέγει: «Θα σου το φέρω ο ίδιος». Και μη έχοντας χρήματα, σηκώθηκε να πάει να παρακαλέσει τον αββά Ιάκωβο τον οικονόμο να του δώσει, για να τακτοποιήσει το χρέος του προς τον αδελφό. Καθοδόν βρίσκει στη γη ένα χρυσό νόμισμα. Στάθηκε επί τόπου και προσευχήθηκε και φοβούμενος τον πειρασμό δεν έσκυψε να το μαζέψει, ούτε πήγε στον οικονόμο αλλά γύρισε στο κελί του. Αλλά ήλθε πάλι ο αδελφός που του έδωσε το δάνειο και τον ενοχλούσε για το νόμισμα. Και του αποκρίνεται με ηρεμία και απλότητα ο αββάς Ιωάννης: «Εγώ σίγουρα θα στο φέρω»! Και φεύγοντας πάλι για τον οικονόμο, ξαναβλέπει το χρυσό νόμισμα στην ίδια θέση και πάλι κάνοντας προσευχή επιστρέφει στο κελί του. Όμως και για τρίτη φορά έρχεται αγανακτισμένος ο δανειστής του και τον πιέζει για το χρέος του. Και ο γέρων του λέγει με πειστικότητα και γλυκύτητα: «Αυτή τη φορά θα σου το φέρω». Στο δρόμο για τον αββά Ιάκωβο, τον οικονόμο, και πάλι βρίσκει το χρυσό νόμισμα στη γη και αφού προσευχήθηκε το πήρε και πήγε στον οικονόμο και του λέει: «Αββά ερχόμενος εδώ σε σένα βρήκα στο δρόμο κατά γης αυτό το νόμισμα. Κάνε μου τη χάρη και κήρυξε στην περιοχή μήπως το έχασε κανείς. Και αν βρεθεί ο κάτοχος δός του το.» Πράγματι ο οικονόμος επί τρεις ημέρες το ανακοίνωσε, αλλά κανείς δεν βρέθηκε που να το έχει χάσει. Τότε λέγει ο αββάς Ιωάννης στον οικονόμο: «Αφού δεν το έχασε κανείς, αν θέλεις δός το στον δείνα αδελφό που του χρωστώ ένα χρυσό νόμισμα για το λινάρι του εργοχείρου μου. Καθώς ερχόμουν να ζητήσω από εσένα αγάπη (χάρισμα-δωρεά) το βρήκα». Και εθαύμασε ο αββάς Ιάκωβος και όσοι πληροφορήθηκαν το γεγονός πως ο άγιος εκείνος Γέρων ενώ χρωστούσε και το βρήκε δεν το πήρε ευθύς να το δώσει.
ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ
![]() |
| O EΛΕΗΜΩΝ |
![]() |
| Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ |
![]() |
| Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Ο ΑΚΤΗΜΩΝ |


