Κεφ. 1,12-14 Τότε ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερου-σαλὴμ ἀπὸ ὄρους τοῦ καλουμένου ἐλαιῶνος, ὅ ἐστιν ἐγγὺς Ἱερουσαλὴμ, σαββάτου ἔχον ὁδόν. καὶ ὅτε εἰσῆλθον, ἀνέβησαν εἰς τὸ ὑπε-ρῷον οὗ ἦσαν καταμένοντες, ὅ τε Πέτρος καὶ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης καὶ Ἀνδρέας, Φίλιππος καὶ Θωμᾶς, Βαρθολομαῖος καὶ Ματθαῖος, Ἰά-κωβος Ἁλφαίου καὶ Σίμων ὁ Ζηλωτὴς καὶ Ἰού-δας Ἰακώβου. οὗτοι πάντες ἦσαν προσκαρτε-ροῦντες ὁμοθυμαδὸν τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει σὺν γυναιξὶ καὶ Μαρίᾳ τῇ μητρὶ τοῦ Ἰησοῦ καὶ σὺν τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ.
Κεφ. 2,42-47 ἦσαν δὲ προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων καὶ τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς. Ἐγένετο δὲ πάσῃ ψυχῇ φόβος, πολλά τε τέ-ρατα καὶ σημεῖα διὰ τῶν ἀποστόλων ἐγίνε-το. πάντες δὲ οἱ πιστεύσαντες ἦσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά, καὶ τὰ κτήμα-τα καὶ τὰς ὑπάρξεις ἐπίπρασκον καὶ διεμέρι-ζον αὐτὰ πᾶσι καθότι ἄν τις χρείαν εἶχε· καθ' ἡμέραν τε προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν ἐν τῷ ἱερῷ, κλῶντές τε, κατ' οἶκον ἄρτον, μετε-λάμβανον τροφῆς ἐν ἀγαλλιάσει καὶ ἀφελό-τητι καρδίας, αἰνοῦντες τὸν Θεὸν καὶ ἔχοντες χάριν πρὸς ὅλον τὸν λαόν. ὁ δὲ Κύριος προ-σετίθει τοὺς σῳζομένους καθ' ἡμέραν τῇ ἐκ-κλησίᾳ.
Κεφ. 4, 32-35 Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευ-σάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶ-ναι, ἀλλ' ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά. καὶ μεγάλῃ δυνάμει ἀπεδίδουν τὸ μαρτύριον οἱ ἀπόστο-λοι τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ χάρις τε μεγάλη ἦν ἐπὶ πάντας αὐτούς. οὐδὲ γὰρ ἐν-δεής τις ὑπῆρχεν ἐν αὐτοῖς· ὅσοι γὰρ κτήτο-ρες χωρίων ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον, πωλοῦντες ἔφερον τὰς τιμὰς τῶν πιπρασκομένων καὶ ἐτίθουν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων· διεδίδοτο δὲ ἑκάστῳ καθότι ἄν τις χρείαν εἶχεν.
*************************
Τότε αυτοί γύρισαν στην Ιερουσαλήμ από το όρος των Ελαιών, που ήταν κοντά στην Ιε-ρουσαλήμ και απείχε περίπου ένα χιλιόμετρο. Κι όταν μπήκαν στην πόλη, ανέβηκαν στο ανώγι όπου έμεναν: ο Πέτρος, ο Ιωάννης, ο Ιάκωβος και ο Ανδρέας, ο Φίλιππος και ο Θω-μάς, ο Βαρθολομαίος και ο Ματθαίος, ο Ιάκω-βος του Αλφαίου, ο Σίμων ο Ζηλωτής και ο Ιούδας του Ιακώβου. Όλοι αυτοί, με μια ψυχή ήταν αφοσιωμένοι στην προσευχή και τη δέη-ση προς το Θεό. Μαζί τους ήταν και γυναίκες, καθώς και η Μαρία, μητέρα του Ιησού, και τα αδέρφια του.
Αυτοί όλοι ήταν αφοσιωμένοι στη διδασκα-λία των αποστόλων και στη μεταξύ τους κοι-νωνία, στην τέλεση της θείας Ευχαριστίας και στις προσευχές. Ένα δέος τους κατείχε όλους όσοι έβλεπαν πολλά εκπληκτικά θαύματα να γίνονται μέσω των αποστόλων. Κι όλοι οι πι-στοί ζούσαν σ’ ένα τόπο και είχαν τα πάντα κοινά· ακόμη πουλούσαν και τα χτήματα και τα υπάρχοντά τους, και μοίραζαν τα χρήματα σε όλους, ανάλογα με τις ανάγκες του καθε-νός. Κάθε μέρα συγκεντρώνονταν με ομοψυ-χία στο ναό, τελούσαν τη θεία Ευχαριστία σε σπίτια, τρώγοντας την τροφή τους γεμάτοι χα-ρά και με απλότητα στη καρδιά. Δοξολογού-σαν το Θεό, κι όλος ο λαός τους εκτιμούσε. Και ο Κύριος πρόσθετε κάθε μέρα στην εκκλη-σία αυτούς που σώζονταν.
Όλοι όσοι πίστεψαν είχαν μία καρδιά και μία ψυχή. Κανείς δε θεωρούσε ότι κάτι από τα υπάρχοντά του ήταν δικό του, αλλά όλα τα εί-χαν κοινά. Οι απόστολοι κήρυτταν και βεβαίω-ναν με μεγάλη πειστικότητα ότι ο Κύριος Ιη-σούς αναστήθηκε. Κι ο Θεός έδινε σε όλους πλούσια τη χάρη του. Δεν υπήρχε κανείς ανά-μεσά τους που να στερείται τα απαραίτητα. Γιατί όσοι είχαν χωράφια ή σπίτια τα που-λούσαν, κι έφερναν το αντίτιμο αυτών που πουλούσαν, και το έθεταν στη διάθεση των αποστόλων. Απ’ αυτό δινόταν στο καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του.