(…) Αὐτὰ ἀφοῦ εἶπε, «παραλαμβάνει τρεῖς μαθητές του, τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη». Αὐτοὺς κατέστησε θεατές, τοὺς ἄλλους ἄφησε ἀκροατές. Καὶ «τοὺς ἀνέβασε σὲ ὄρος ὑψηλό». Καλῶς λέει «ὑψηλό», ὥστε καὶ τὸ ὄρος νὰ γειτνιάζει μὲ τὸν οὐρανό, καθὼς ὁ Παῦλος κήρυττε «θὰ ἁρπαγοῦμε σὲ νεφέλες, γιὰ νὰ ἀπαντήσουμε τὸν Κύριο στὸν ἀέρα». Καὶ τώρα ἀναζητᾶ τόπο νὰ συνυψώνεται μὲ τὰ σύννεφα. Οἱ μὲν θεατές, λοιπόν, εὐπρεπεῖς. οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ μὲ τὶς ἐλπίδες ἀναπτερώνονταν καὶ ἡ ψυχὴ μὲ δέος τῆς θέας ἔτεκε τὸν πόθο. Ἔτσι ἐνῶ ἀπέβλεπαν πρὸς τὸ μέλλον, ξαφνικὰ μεταμορφώνεται ὁ Χριστὸς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν, τὴν μορφὴ μεταβάλλει καὶ ἐνδυόμενος χιτώνα φωτὸς δείχνει θέαμα ἀπαστράπτον.
Ὢ τοῦ θαύματος! Ἀπὸ ἀνθρώπινη μορφὴ ἐκτοξεύονταν ἀκτίνες, πού ἀποστέλλονταν μὲ θεϊκὲς ἐνέργειες. Εἶδε ὁ ἥλιος αὐτὸ πού δὲν εἶχε γνωρίσει προηγουμένως καί, ἀφοῦ διδάχθηκε ἀπὸ τὸ φέγγος ἄλλου φωτός, κρύβεται. «Σταμάτησες κάποτε, ἥλιε, ἀναμένοντας τὴν νίκη τῶν Ἑβραίων. Σεβάστηκες διαταγὴ τοῦ στρατηγοῦ Ἰησοῦ, τιμώντας τὸ δεσποτικὸ ὄνομα τοῦ ὁμοδούλου. Τώρα εἶδες φῶς, πού δὲν εἶχες δεῖ ποτέ». Αὐτὴ τὴν θεωρία διηγούμενοι οἱ συγγραφεῖς τῶν εὐαγγελίων χρησιμοποιοῦν διαφορετικὲς ἐκφράσεις, μὴ δυνάμενοι νὰ παραστήσουν μὲ λόγους τὸ ὅραμα. Ὁ ἕνας λέει: «ἔλαμψε τὸ πρόσωπό Του σὰν τὸν ἥλιο», μὴ ἔχοντας ἄλλη λαμπρότερη εἰκόνα. Ὁ ἄλλος: «ἔλαμψαν τὰ ἱμάτιά Του ὅπως τὸ φῶς». Προβαίνουμε δηλαδὴ σὲ συγκρίσεις μὲ μέτρο αὐτὰ πού βλέπουμε. Ἀδυνατεῖ μαζὶ καὶ ἡ κτίση νὰ προσφέρει εἰκόνα, γιὰ νὰ παραβληθεῖ τὸ θέαμα. Ἂς βεβαιώσουν τὰ μάτια. Ἡ γλώσσα δὲν ἔμαθε γι' αὐτὰ νὰ μιλάει.
Ἡ θέα λοιπὸν περιβάλλοντας τοὺς θεατὲς μὲ τὴν λαμπρότητα αὐτῶν πού ἔβλεπαν, ὑποδήλωσε τὸν μέλλοντα κριτὴ τῆς οἰκουμένης. Ἐμφανίσθηκαν δὲ ἀνάμεσά σας οἱ κορυφαῖοι στὴν ἀρετὴ μεταξὺ τῶν ζώντων καὶ τῶν νεκρῶν, γιὰ νὰ κηρύξουν στοὺς παρόντες τὸν Δεσπότη δικαστὴ ζώντων καὶ νεκρῶν. Ὁ Μωυσῆς, ἀφοῦ ἔγινε ἀρχηγέτης καὶ ἐργάτης τῆς ἀρετῆς καὶ νομοθέτης, πεθαίνει καὶ ἀποχωρίζεται τὴν ζωή. Κι ὁ Ἠλίας πυρακτωμένος ἀπὸ θεῖο ζῆλο ἔγινε ἡνίοχος πυρὸς καὶ ἱππεύοντας στὸν ἀέρα ὑπερπήδησε τοὺς νόμους τῆς φύσεως, βρίσκοντας ὁδό ἀνώτερη τοῦ θανάτου.
Σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο θυμήσου τὶς ἐρωτήσεις τοῦ Δεσπότη καὶ τὶς ἀποκρίσεις τῶν μαθητῶν, πού τὸν ὀνόμαζαν ἄλλοι Ἠλία κι ἄλλοι ἕναν ἀπό τους προφῆτες. Βλέποντάς Τον ὅμως τώρα προσκυνούμενο ἀπό τούς προφῆτες... Ὁ Μωυσῆς ἱκετεύει, ὁ Ἠλίας ὑποκλίνεται δίνοντας μαρτυρία ὅτι ὁ παρὼν εἶναι Δεσπότης καὶ ὄχι δοῦλος. Ἀλλ' ὁ Πέτρος μολονότι βλέπει αὐτὰ δὲν διδάσκεται. Στέκει σὰν κατακεραυνωμένος ἐνώπιον πρωτοφανῶν θαυμάτων. Ἀπὸ τὴν εὐχαρίστηση γιὰ ὅσα βλέπει, ξεχνᾶ τὰ πάντα. Δένεται στὸν τόπο ἀπὸ χαρὰ μεγάλη διακατεχόμενος. «Ἂς κάνουμε, λέει, τρεῖς σκηνές, μία γιὰ σένα, μία γιὰ τὸν Μωυσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία». Ἀποδεικνύει τὴν ἄγνοιά του, συναριθμώντας τὸν Δεσπότη στοὺς δούλους, θεωρώντας ὁμότιμους Δεσπότη καὶ ὑπηκόους. Ὡστόσο δὲν παρέμεινε στῆς ἄγνοιας τὸ πάθος ὁ Πέτρος. Βροντὴ ἦλθε ἀπ' τὸν οὐρανὸ καὶ θεραπεύει μὲ τὸν φόβο τὴν ἄγνοια, σὰν νὰ φώναζε μὲ τὸν ἦχο τὰ ἀκόλουθα: Γιατί συναριθμεῖτε μὲ τοὺς δούλους τὸν Δεσπότη; Θέλετε νὰ μάθετε τὴν διαφορά; Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός. Ἐκείνους δημιούργησα δούλους, Αὐτὸν τὸν γέννησα Υἱὸ ἐκ τῆς οὐσίας μου. Δικός μου Υἱὸς εἶναι, κι ἂς ἔχει περιβληθεῖ μορφὴ δούλου γιὰ χάρη σας. Ἀπρόσιτο ἔχει τὸ φῶς, ἀκόμα κι ἂν ἔκανε ὁρατὲς γιὰ σᾶς τὶς ἀκτίνες. (…)