Η ωραιότητα, η ομορφιά, είναι πάντοτε ευχάριστη και ελκυστική. Το ωραίο πρόσωπο, τα κανονικά χαρακτηριστικά, είναι φυσικό να προσελκύουν τον θαυμασμό και την ευχαρίστηση.
Η ωραιότητα είναι δυνατόν να υπάρχει σε κάποιο βαθμό, αρκεί να μην υπάρχει εξωτερικά τίποτε το πραγματικά άσχημο. Και πάλι η ασχήμια, η οποία εκ πρώτης όψεως δεν αρέσει, παύει να είναι δυσάρεστη, όταν το πρόσωπο είναι αξιαγάπητο.
Η έδρα της ωραιότητας βρίσκεται συγχρόνως μέσα στην ψυχή και μέσα στην καρδιά. Το πρόσωπο είναι σαν το κρύσταλλο, δια μέσου το οποίου φαίνεται η εικόνα που υπάρχει μέσα στην ψυχή. Τα μάτια και τα χείλη είναι όπως ο κάλυκας του άνθους, ο οποίος ανοίγει για να αφήσει να βγει το άρωμα της καρδιάς.
Δύο είναι τα χαρακτηριστικά που συνιστούν την εσωτερική εικόνα, την οποία το πρόσωπο αφήνει να φαίνεται: η αθωότητα και η καλοσύνη. Και τα δύο εδρεύουν εντός μας, μέσα στην ψυχή και την καρδιά. Επιδρούν δε και τα δύο σε ολόκληρη την ύπαρξη και διαχύνουν στο πρόσωπο την γλυκιά, την ειρηνική και την φωτεινή ακτινοβολία τους.
Εκείνος που είναι αθώος και καλός, είναι, από άλλη άποψη βέβαια, πάντοτε ωραίος.
Τι είναι η αθωότητα δεν μπορώ ακριβώς να την καθορίσω. Αλλά την καταλαβαίνω από την γοητεία που αισθάνομαι όταν, για παράδειγμα, δύο παιδιά παρουσιάζονται εμπρός μου με την ίδια εξωτερική ομορφιά, το ένα όμως με αγνή την ψυχή, το άλλο με την ψυχή μολυσμένη.
Η αθωότητα, η κατάσταση αυτή της ψυχής που δεν κυριεύεται από την αμαρτία και η οποία κυρίως αποστρέφεται την αμαρτία, προσελκύει παντού, όπου και να βρίσκεται. Δεν είναι όμως η ίδια παντού.
Είναι ελκυστική στο μικρό παιδί που δεν έχει συνείδηση της υπάρξεώς της, προκαλεί δε σε αυτόν που το βλέπει ένα χαμόγελο ευτυχίας.
Είναι ελκυστική στον νέο, όπου φαίνεται μέσα από το βλέμμα του το αγνό, το ήρεμο, το ειρηνικό. Εκεί φαίνεται περισσότερο θελκτική και προξενεί ένα αίσθημα ειρήνης.
Είναι ελκυστική στη μητέρα, όπου ακτινοβολεί μέσα από το φωτοστέφανο των θλίψεων και της αφοσιώσεως και προξενεί ένα αίσθημα θαυμασμού.
Είναι ελκυστική στον γέροντα, όπου φαίνεται περισσότερο αξιοθαύμαστος, διότι αφήνει να εννοηθούν οι αγώνες που χρειάστηκαν για να την φυλάξει και προξενεί βαθύτατο αίσθημα σεβασμού.
Αλλά η αθωότητα μόνη της δεν αρκεί για να κάνει ένα πρόσωπο πραγματικά ωραίο, με την ωραιότητα αυτή που ευκολότερα κανείς μπορεί να εννοήσει, παρά να περιγράφει, και της οποίας ο τύπος βρίσκεται σε μερικές εικόνες του Κυρίου, φτιαγμένες από διάσημους ζωγράφους. Ο Ιησούς Χριστός είναι η απαράλλακτος εικόνα του Θεού, «το απαύγασμα της δόξης του Πατρός», της οποίας μια ακτίνα φάνηκε κατά την ημέρα της Μεταμορφώσεως. Είναι ωραιότητα τόσο γλυκιά και τόσο θελκτική, παρόλο που η σάρκωσή του σκέπαζε σαν πέπλος την θεία δόξα του Σωτήρος. Αλλά η ακτίνα αυτή δεν βάσταξε πολύ, αφενός διότι η ευχαρίστηση από την μεταμόρφωση θα έκανε πολύ εύκολη την αρετή, αφετέρου διότι η ευτυχία είναι φυλαγμένη για την αιωνιότητα. Για να αποκτήσει δε κανείς ένα ελάχιστο μέρος αυτής της ωραιότητας, χρειάζεται να υπάρχει μαζί με την αθωότητα και η καλοσύνη.
Η αθωότητα προσελκύει, η καλοσύνη συγκρατεί και εμποδίζει την αθωότητα από το να γίνει μονότονη και χωρίς χάρη.
Όπου υπάρχει πραγματική καλοσύνη, εκεί μπορώ να ζητήσω οποιαδήποτε εκδούλευση με τη βεβαιότητα ότι δεν θα μου την αρνηθούν. Συγχρόνως δε, θα βρίσκω από μέρους τους ανεξάντλητη επιείκεια σε όλες τις αδυναμίες μου.
Εάν το βλέμμα το προσώπου, του οποίου τα χαρακτηριστικά με προσελκύουν, δεν μου λέει: προέρχομαι από ψυχή καλή. εάν τα χείλη δεν μου λένε χωρίς να προφέρουν καμία λέξη, αλλά με φωνή όχι λιγότερο καθαρή: υπάρχει στο βάθος αθωότητα, δεν θα το βρω για πολύ ώρα ωραίο και θα απομακρυνθώ με ένα μελαγχολικό χαμόγελο.
Η αθωότητα χωρίς καλοσύνη είναι ένα άνθος τεχνητό, το οποίο καθένας εύκολα βαρύνεται. Η αθωότητα ενωμένη με την καλοσύνη είναι ένα άνθος που πάντοτε ευωδιάζει. Έτσι φαντάζομαι τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και την υπεραγία Θεοτόκο.
Εκείνο που είναι δυνατόν να θαμπώσει τη διαφάνεια ενός φακού και να κάνει δυσδιάκριτη την εικόνα, αυτό ακριβώς μπορεί να θαμπώσει και τη διαύγεια του προσώπου: η ομίχλη, η περισσότερη ή λιγότερο πυκνή, καθώς και η υγρασία, η οποία συγχέει τα χαρακτηριστικά και καταστρέφει τα χρώματα.
Η ομίχλη της καρδιάς είναι τα σύννεφα που σχηματίζονται από την οκνηρία, από την ονειροπόληση, από την προκατάληψη. Ούτε το πρόσωπο είναι φωτεινό, ούτε τα μάτια, ούτε τα χείλη ανοίγουν ειλικρινά για να ακτινοβολήσουν το φως, όταν στο βάθος της καρδιάς υπάρχει η αόριστη δυσαρέσκεια για το παρόν, καθώς και η αγενής και φιλήδονη επιθυμία για ένα μέλλον απολαύσεων, έστω και αν η αθωότητα δεν έχει ακόμα χαθεί εντελώς.
Θέλετε να διαλύσετε αυτή την ομίχλη; Να εργάζεσθε, να απασχολείστε κάτω από το βλέμμα του Θεού. Να μην αφήνετε κανένα κενό, αλλά όλες οι ώρες σας να είναι γεμάτες από ένα χαρούμενο αγώνα για την αγιότητα.
Η υγρασία της καρδιάς είναι η δυσθυμία, η οποία εξασθενεί την στοργή, φέρνει μελαγχολικές σκέψεις, γεμίζει με απογοήτευση το εσωτερικό, εμποδίζει να είναι κανείς επιεικής και, όπως είναι φυσικό, συσπά τα χαρακτηριστικά, ζαρώνει το μέτωπο και αφήνει να βγουν από τα χείλη λόγια κάπως απότομα. Ένα μόνο φάρμακο υπάρχει κατά της δυσθυμίας: η προσευχή και η αγαθοεργία.
Κάνετε μια πράξη ελεημοσύνης, πηγαίνετε να παρηγορήσετε έναν θλιμμένο. Γονατίστε ενώπιον του Εσταυρωμένου και πείτε του με όλη τη δύναμη της ψυχής σας: Θεέ μου! Θα σας έρθει τότε μια ακτίνα χαράς, η οποία θα σταματήσει τα δάκρυα που ήταν έτοιμα να κυλίσουν, θα διαλύσει το σκοτάδι της ψυχής και θα αποδώσει στο πρόσωπό σας ολόκληρη τη γαλήνη του.
Και τότε θα αποκτήσετε την ουράνια αυτή ωραιότητα που θέλγει, που προσελκύει, που γοητεύει, που εξαγνίζει, που ανυψώνει. Η πραγματική ωραιότητα συνοδεύεται από όλα αυτά.