Βλέπω τα χέρια σου, Κύριε,
Να μορφοποιούν το σύμπαν.
Διακρίνω τα δάκτυλά σου
Να διακοσμούν τη γη μας.
Αντικρίζω τις λίμνες
Και τις πηγές
Και τις θάλασσες,
Που είναι δικά σου έργα.
Όλα με θαμπώνουν.
Μα πιο πολύ γεμίζω δέος
Όταν σε βλέπω σκυμμένο,
Ζωσμένο το λέντιο,
Να πλένεις τα πόδια των δώδεκα
Κι ανάμεσα σ’ αυτούς,
Του αρνητή Πέτρου
Και του προδότη Ιούδα.
Όταν σε κοιτάω
Σ’ αυτή τη στάση,
Νιώθω πως κάτι μου λες,
Κάτι πολύ πιο μεγάλο από τη δύναμη,
Κάτι πολύ πιο φωτεινό απ’ τη σοφία.
Μου λες τι θα πει αγάπη,
Αγάπη ταπεινή,
Πρακτική,
Υπηρετική.
Αρχ. Ν.Γκ.
