Στους μάρτυρες, και γενικά στους Αγίους, δεν βλέπουμε καθόλου το πνεύμα αυτό το δικό μας, τη δική μας νοοτροπία: να πιστεύουν στον Θεό, να ελπίζουν στον Θεό, να προσεύχονται, να κάνουν ό,τι κάνουν, αλλά για να τους βολέψει. Όχι. Παραδομένοι στον Θεό, στο θέλημα Του, στη χάρη Του, στην όλη εμπιστοσύνη που έχουν στον Θεό, Τον αφήνουν να ενεργήσει όπως Εκείνος θέλει. Γιατί, αν δεν μας φτιάξει ο Θεός όπως θέλει Αυτός να μας φτιάξει, δεν μπορούμε να γίνουμε Χριστιανοί. Δεν θα γίνουμε Χριστιανοί, απλώς με το να προσπαθήσουμε εμείς να φτιάξουμε τον εαυτό μας, όσο κι αν πιστεύουμε στον Θεό, όσο κι αν έχουμε ορισμένα πράγματα υπ’ όψιν μας και κάνουμε έναν κάποιο αγώνα. Δεν γίνεται έτσι. Αν σωζόταν ο άνθρωπος απλώς με τις δικές του προσπάθειες, αν αγιαζόταν με τις δικές του δυνάμεις, αν τακτοποιούνταν το όλο θέμα της σωτηρίας του ανθρώπου, απλώς με την καλή διάθεση του ίδιου του ανθρώπου, δεν θα ερχόταν ο Χριστός στη γη, δεν θα ίδρυε την Εκκλησία, δεν θα έδιδε το Άγιο του Πνεύμα να είναι μέσα στην Εκκλησία ούτε θα μας άφηνε τα μυστήρια, που εκεί μέσα βρίσκουμε τη χάρη. Όχι πάλι για να τακτοποιήσουμε τα θέματα μας ή απλώς για να είμαστε συνεπείς τα πνευματικά μας καθήκοντα, αλλά για να ανοίξει η ψυχή μας, να παραδοθεί στον Θεό, και να έρθει η χάρη μέσα μας, να μας αναλάβει, χωρίς να εμποδίζεται ή να δυσκολεύεται από εμάς.
Πόσοι θα μπορούσαμε πράγματι, αυτή τη στιγμή ειλικρινά και τίμια να σταθούμε ενώπιον του Θεού και να πούμε: «Κύριε μου, εσύ γνωρίζεις ότι δεν θέλω τίποτε άλλο. Το μόνο που θέλω: ανάλαβε με εσύ και κάνε με ό,τι θέλεις, ό,τι κι αν μου στοιχίσει». Δεν ξέρω πόσοι θα το λέγαμε. Κι αυτό ακόμα δεν είναι το πιο δύσκολο. Το δύσκολο είναι, όταν ο Θεός σε ταρακουνήσει και επιτρέψει, αυτό που δεν περίμενες ποτέ, να πεις: «να ‘ναι ευλογημένο».
Οι άνθρωποι νομίζουμε ότι αν ο Θεός είχε επιτρέψει να σηκώσουμε και κάτι ακόμη απ’ αυτά που μας δυσκολεύουν, αυτό θα μας ήταν ακατόρθωτο. Εκείνο, λοιπόν, που νομίζεις ότι δεν μπορείς να σηκώσεις, αυτό θα κληθείς να σηκώσεις.
Δεν μας ρωτάει ο Θεός. Αν μας ρωτούσε, δεν θα σηκώναμε τίποτα. Θα του λέγαμε: «Ναι αυτό θέλω, εκείνο θέλω, αυτό μπορώ, εκείνο δεν το μπορώ». Ας το αφήσουμε στον Θεό, ώστε Εκείνος να αφήσει να πέσει επάνω μας ό,τι Αυτός κρίνει. Ξέρει ο Θεός. Αυτό που μας μένει εμάς, είναι να πούμε: «Θεέ μου, βλέπεις εσύ καλύτερα πόσο με ζορίζει αυτό, πόσο με πιέζει, πόσο μου φαίνεται ασήκωτος. Βλέπεις, Θεέ μου, ότι δυσκολεύομαι να το πιω το ποτήρι αυτό, αλλά να ‘ναι ευλογημένο. Αφού Εσύ το θέλεις έτσι, αφού Εσύ το ζητάς έτσι, να ‘ναι ευλογημένο. Να γίνει όπως θέλεις εσύ».
Απόσπασμα από ομιλία του Πατρός Σημαιών Κραγιόπουλπυ
