Διεύθυνση


Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2022

ΟΙ ΚΑΤΑΒΑΣΙΕΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Ο ραιότατες καταβασίες τν Χριστουγέννων «Χριστός γεννται...», πού προέρχονται πό τόν πεζό κανόνα το . Κοσμ, ψάλλονται πό τίς 21 Νοεμβρίου μέχρι τίς 24 Δεκεμβρίου. Τήν 25η Δεκεμβρίου, μέρα τς ορτς –πως καί κατά τήν πόδοση τς ορτς, 31 Δεκεμβρίου–, ο καταβασίες εναι διπλές: ατές δηλαδή το πεζο κανόνος καί ο αμβικές «σωσε λαόν...». πό τήν 26η μέχρι καί τήν 30ή Δεκεμβρίου ψάλλονται μόνο ο αμβικές.

δ α΄. Χριστς γεννται, δοξσατε· Χριστς ξ ορανν, παντσατε· Χριστς π γς, ψθητε· σατε τ Κυρίῳ πσα γ κα ν εφροσν νυμνσατε, λαο, τι δεδξασται. 


Χριστός γεννιέται· δοξάστε Τον! Χριστός κατεβαίνει πό τούς ορανούς· προϋπαντστε Τον! Χριστός φανερώνεται πάνω στή γ· ψωθετε πάνω πό τά γήινα! Δοξολογστε τόν Κύριο λοι ο κάτοικοι τς γς καί νυμνστε Τον μέ χαρά, τά διάφορα θνη, γιατί ’ναι δοξασμένος.

δ γ΄. Τ πρ τν αἰώνων κ Πατρς γεννηθντι ἀῤῥεστως Υἱῷ κα π' σχτων κ Παρθνου σαρκωθντι σπρως Χριστ τ Θε βοσωμεν· νυψσας τ κρας μν γιος ε, Κριε.


Στόν Υό πού γεννήθηκε πό τόν Πατέρα παθς, προτο νά πάρξει χρόνος, καί τελευταα σαρκώθηκε πό τήν Παρθένο χωρίς νδρικό σπέρμα, στόν Χριστό καί Θεό ς φωνάξουμε δυνατά: Σύ, Κύριε, πού μς δυνάμωσες καί μς δόξασες εσαι μόνος γιος!

δ δ΄. Ρβδος κ τς ῥίζης εσσα κα νθος ξ ατς, Χριστ, κ τς Παρθνου νεβλστησας· ξ ρους ανετς κατασκου δασος λθες σαρκωθες ξ πειρνδρου ϋλος κα Θες· δξα τ δυνμει σου, Κριε.

Χριστέ, βλάστησες πό τήν Παρθένο σάν λουλούδι πό τό κλαδί, πού προλθε πό τή ρίζα το εσσαί· υλος Θεός, τόν ποο μνον τά πάντα, ρθες στόν κόσμο, παίρνοντας σάρκα πό τήν Παρθένο πού δέν γνώρισε νδρα, σάν πό πυκνόφυτο καί σκιερό βουνό. Δόξα, λοιπόν, ρμόζει στή δύναμή Σου, Κύριε.

δ ε΄. Θες ν ερνης, Πατρ οκτιρμν, τς μεγλης Βουλς σου τν γγελον ερνην παρεχμενον πστειλας μν· θεν θεογνωσας πρς φς δηγηθντες, κ νυκτς ρθρζοντες δοξολογομν σε, Φιλνθρωπε.

Κύριε, ντας Θεός τς ερήνης καί φιλεύσπλαχνος Πατέρας, μς στειλες τόν γγελιαφόρο τς μεγάλης Βουλς σου γιά νά μς παρέχει τήν ερήνη. Γι’ ατό, Φιλάνθρωπε, κι μες πού δηγηθήκαμε στό φς τς θεογνωσίας, ξυπνώντας νωρίς μές στή νύχτα, Σέ δοξολογομε.

δ ς΄. Σπλγχνων ωνν μβρυον πμεσεν νλιος θρ, οον δξατο· τ Παρθν δ νοικσας Λγος κα σρκα λαβν διελλυθε φυλξας διφθορον· ς γρ οχ πστη εσεως, τν τεκοσαν κατσχεν πμαντον.

Τό θαλάσσιο κτος πέβαλε σάν μβρυο τόν ων πό τήν κοιλιά του, πως κριβς τόν δέχτηκε. λλά καί Λόγος το Θεο, πού κατοίκησε κι λαβε σμα στήν κοιλιά τς Παρθένου, πέρασε μέσα π’ ατήν καί τήν διατήρησε θικτη. Διότι, καθώς δέν γεννήθηκε πό ρεύση, διαφύλαξε βλαβή ατήν πού τόν γέννησε.

δ ζ΄. Ο παδες εσεβείᾳ συντραφντες δυσσεβος προστγματος καταφρονσαντες, πυρς πειλν οκ πτοθησαν, λλ' ν μσ τς φλογς σττες ψαλλον· τν πατρων Θες ελογητς ε.

Ο τρες νέοι πού νατράφηκαν μέ εσέβεια καταφρόνησαν τή βλάσφημη διαταγή καί δέν φοβήθηκαν τήν πειλή τς φωτις. ντίθετα, ερισκόμενοι μές στό ναμμένο καμίνι, ψαλλαν: Θεός τν Πατέρων μας εσαι δοξασμένος!

δ η΄. Θαματος περφυος δροσοβλος ξεικνισε κμινος τπον· ο γρ ος δξατο φλγει νους, ς οδ πρ τς θετητος Παρθνου ν πδη νηδν. Δι νυμνοντες ναμλψωμεν· ελογετω κτσις πσα τν Κριον, κα περυψοτω ες πντας τος αἰῶνας.

Τό καμίνι πού ξέπεμπε δροσιά ταν τύπος πού προεικόνιζε να παράδοξο θαμα. Διότι πως ατό δέν καψε τούς νέους πού δέχτηκε μέσα του, τσι δέν καψε τό πρ τς Θεότητος τήν κοιλία τς Παρθένου στήν ποία εσλθε. Γι’ ατό κι μες ς ψάλουμε μέ μνους: λάκερη κτίση ς δοξάζει τόν Κύριο κι ς τόν περυψώνει σέ λους τούς αἰῶνες.

δ θ΄. Μυστριον ξνον ρ κα παρδοξον! ορανν τ σπλαιον· θρνον χερουβικν τν Παρθνον· τν φτνην χωρον, ν νεκλθη χρητος, Χριστς Θεός, ν νυμνοντες μεγαλνομεν.

Βλέπω να γεγονός μυστηριδες, κπληκτικό καί θαυμαστό! Τό σπήλαιο τς Βηθλεέμ νά γίνεται ορανό, Παρθένος Μαρία χερουβικός θρόνος. Καί φάτνη το σπηλαίου τόπος, που ξάπλωσε ατός πού τίποτε στόν κόσμο δέν μπορε [νά τόν χωρέσει, δηλαδή Χριστός καί Θεός, τόν ποο ο πιστοί μνολογώντας μεγαλύνουμε.

Συμεών (Μητρ. Νέας Σμύρνης), φθαρσίας πηγή: Καταβασίες Δεσποτικν καί Θεομητορικν ορτν, Κείμενο - μετάφραση - σχόλια (θήνα: ν πλ, 2009), σσ. 127-146].