Κοντάκιον
Τὴν σωματικὴν σου παρουσίαν δεδοικὼς ὁ Ἰορδάνης, τρόμῳ ὑπεστρέφετο, τὴν πνευματικὴν δὲ λειτουργίαν ἐκπληρῶν ὁ Ἰωάννης, φόβῳ ὑπεστέλλετο· τῶν Ἀγγέλων αἱ τάξεις ἐξεπλήττοντο, ὁρῶσαί σε ἐν ῥείθροις σαρκὶ βαπτιζόμενον, καὶ πάντες οἱ ἐν τῷ σκότει κατηυγάζοντο, ἀνυμνοῦντές σε τὸν φανέντα, καὶ φωτίσαντα τὰ πάντα.
Ο Ιορδάνης επειδή φοβήθηκε την σωματική σου παρουσία, αντέστρεψε με τρόμο την πορεία του. Ο Ιωάννης, εκπληρώνοντας την πνευματική διακονία, έπεσε σε δέος. Οι τάξεις των Αγγέλων, βλέποντάς Σε με σάρκα να βαπτίζεσαι στο ποτάμι, έμειναν έκπληκτοι και όλοι όσοι βρίσκονταν στο σκοτάδι γέμισαν με άπλετο το φως, δοξολογώντας εσένα που εμφανίστηκες και φώτισες τα πάντα.
Ὁ Οἶκος
Τῷ τυφλωθέντι Ἀδὰμ ἐν Ἐδέμ, ἐφάνη Ἥλιος ἐν Βηθλεέμ, καὶ ἤνοιξεν αὐτοῦ τάς κόρας, ἀποπλύνας αὐτὰς Ἰορδάνου τοῖς ὕδασι τῷ μεμελανωμένῳ καὶ συνεσκοτισμένῳ φῶς ἀνέτειλεν ἄσβεστον· οὐκ ἔτι αὐτῷ νύξ, ἀλλὰ πάντα ἡμέρα· τὸ πρὸς πρωῒ πρωΐ, δι᾽ αὐτὸν ἐγεννήθη· δειλινὸν γὰρ ἐκρύβη ὡς γέγραπται· εὗρεν αὐγήν, ἐγείρουσαν αὐτόν· ὁ πρὸς ἑσπέραν πεσών, ἀπηλλάγη τοῦ γνόφου, καὶ ἔφθασε πρὸς Ὄρθρον τὸν φανέντα, καὶ φωτίσαντα τὰ πάντα.
Στον Αδάμ που έχασε το πνευματικό του φως στην Εδέμ, ο Ήλιος εμφανίστηκε στη Βηθλεέμ και άνοιξε τις κόρες των ματιών του αφού τις ξέπλυνε στα νερά του Ιορδάνη, στον σκυθρωπό και σκοτεινιασμένο πριν, ανέτειλε φως που δεν σβύνει ποτέ. Δεν είναι πλέον νύχτα γι' αυτόν, αλλά πάντα μέρα. Για χάρη του φάνηκε το πρώτο φως του πρωινού. Διότι, όπως γράφτηκε, κρύφτηκε το σούρουπο, βρήκε την Αυγή που τον αφυπνίζει. Αυτός που είχε περιέλθει στο σκοτάδι, απαλλάχτηκε από τη σκοτεινιά κι έφτασε στο ξημέρωμα, που εμφανίστηκε και φώτισε τα πάντα.
