Ο Εθνικός μας ποιητής γράφει για τις γυναίκες:
Ψυχή μεγάλη και γλυκιά,/ Μετά χαράς το λέω:
Θαυμάζω τις γυναίκες μας/ Και στ’ όνομά τους μνέω.
Γιατί δεν ήταν μόνο άνδρες οι πρωταγωνιστές σε αυτόν τον αγώνα. Ήταν και γυναίκες: οι μάνες, οι γυναίκες, οι κόρες. 400 χρόνια κράτησαν αναμμένη τη φλόγα της ελευθερίας για της νύχτας το ξημέρωμα. Η λευτεριά και το όραμά της ήταν στα χείλη τους από κείνα τα νανουρίσματα που… ξυπνούν στην παιδική ψυχή τη δύναμη ν’ αντισταθεί και μια μέρα να μεγαλουργήσει. Πολλές από τις ηρωίδες της ελληνικής ιστορίας είναι γνωστές. Τα ονόματά τους πέρασαν στην ιστορία σαν συνώνυμα της γενναιότητας και της αυτοθυσίας. Άλλες, άγνωστες, αγωνίστηκαν όπως οι πρώτες, χωρίς να μοιραστούν και τη δόξα. «Έφτιαξαν πατρίδα λεύτερη». Αυτό τους ήταν αρκετό.
Σουλιώτισσες. Αποφασισμένες να συντροφεύσουν τους άντρες τους στους αγώνες, τις ταλαιπωρίες, το ματρύριο, τον θάνατο. Κουβαλούν το μπαρούτι και τα βόλια. Δίνουν νερό στους διψασμένους. Εμψυχώνουν τους πολεμιστές. Σταματούν τις φιλονικίες μεταξύ των οπλαρχηγών. Πετυχαίνουν μαζί με τους Σουλιώτες σπουδαία νίκη ενάντια στον οθωμανικό στρατό στη μάχη του Σουλίου.
Μεσολογγίτισσες:
Γράφει ο Διονύσιος Σολωμός για τις Μεσολογγίτισσες στη «Γυναίκα της Ζάκυθος»
1. Καὶ ἐσυνέβηκε αὐτὲς τὲς ἡμέρες ὁποὺ οἱ Τοῦρκοι ἐπολιορκοῦσαν τὸ Μισολόγγι καὶ συχνὰ ὀλημερνὶς καὶ καπότε ὀληνυχτὶς ἔτρεμε ἡ Ζάκυνθο ἀπὸ τὸ κανόνισμα τὸ πολύ.
2. Καὶ κάποιες γυναῖκες Μισολογγίτισσες ἐπερπατοῦσαν τριγύρω γυρεύοντας γιὰ τοὺς ἄνδρες τους, γιὰ τὰ παιδιά τους, γιὰ τ᾿ ἀδέλφια τους ποὺ ἐπολεμούσανε.
3. Στὴν ἀρχὴ ἐντρεπόντανε νἄβγουνε καὶ ἐπροσμένανε τὸ σκοτάδι γιὰ ν᾿ ἁπλώσουν τὸ χέρι, ἐπειδὴ δὲν ἤτανε μαθημένες.
4. Καὶ εἴχανε δούλους καὶ εἴχανε πλούτη πολλά.
5. Καὶ συχνοτηράζανε ἀπὸ τὸ παρεθύρι τὸν ἥλιο πότε νὰ βασιλέψη γιὰ νἄβγουνε.
6. Ἀλλὰ ὅταν ἐπερισσέψανε οἱ χρεῖες ἐχάσανε τὴν ντροπή, ἐτρέχανε ὀλημερνίς.
7. Καὶ ὅταν ἐκουραζόντανε ἐκαθόντανε στ᾿ ἀκρογιάλι κι ἀκούανε, γιατὶ ἐφοβόντανε μὴν πέσει τὸ Μισολόγγι.
8. Καὶ τὲς ἔβλεπε ὁ κόσμος νὰ τρέχουνε τὰ τρίστρατα, τὰ σταυροδρόμια, τὰ σπίτια, τὰ ἀνώγια καὶ τὰ χαμώγια, τὲς ἐκκλησίες, τὰ ξωκλήσια γυρεύοντας.
9. Καὶ ἐλαβαίνανε χρήματα, πανιὰ γιὰ τοὺς λαβωμένους.
10. Καὶ δὲν τοὺς ἔλεγε κανένας τὸ ὄχι, γιατὶ οἱ ρώτησες τῶν γυναικῶν ἤτανε τὲς περσότερες φορὲς συντροφευμένες ἀπὸ τὲς κανονιὲς τοῦ Μισολογγιοῦ καὶ ἡ γῆ ἔτρεμε ἀπὸ κάτου ἀπὸ τὰ πόδια μας.
11. Καὶ οἱ πλέον πάμπτωχοι ἐβγάνανε τὸ ὀβολάκι τους καὶ τὸ δίνανε καὶ ἐκάνανε τὸ σταυρό τους κοιτάζοντας κατὰ τὸ Μισολόγγι καὶ κλαίοντας.
Μαντώ Μαυρογένους: Η «Ηρωίδα της Μυκόνου»
«Ερχομαι να προσφέρω την περιουσία μου για τον αγώνα του Εθνους. Ας ενώσουμε τις δυνάμεις μας με τις δυνάμεις των αδελφών μας που πολεμούν αυτή την ώρα για την αναγέννηση του Εθνους. Ας αποτινάξουμε τον ατιμωτικό ζυγό».
Υψωσε τη Σημαία της Επανάστασης στη Μύκονο και ανακηρύχτηκε αρχηγός του νησιού.
Προσφέρει την τεράστια περιουσία της αρματώνοντας τέσσερα πολεμικά καράβια.
«Η πατρίς μου να ελευθερωθεί και αδιαφορώ τι θα απογίνω εγώ», έλεγε.
Μέχρι το τέλος του αγώνα, η Μαντώ δεν έπαψε να τον συντρέχει υλικά με χρήματά της και ηθικά με τον ενθουσιασμό, την πρωτοβουλία, το κύρος και την επιβολή που ασκούσε.
Πολύτιμη υπηρεσία επρόσφερε στην πατρίδα και με τις επιστολές που έστειλε στις γυναίκες της Αγγλίας και της Γαλλίας για τον αγώνα της ανεξαρτησίας της Ελλάδας.
Για όλη αυτή τη δράση ο Ιωάννης Καποδίστριας της απένειμε επίσημα τον τίτλο της αντιστράτηγου, αναγνωρίζοντας τις θυσίες και τον ηρωισμό της.
Στην απελευθερωμένη Ελλάδα, οι πολιτικές ίντριγκες του Κωλλέτη έχουν στόχο και τη Μαντώ. Aποσύρεται απογοητευμένη στην Πάρο το 1840, όπου πέθανε το 1848, φτωχή και λησμονημένη.
Ο Blaquiere Edward στα απομνημονεύματά του γράφει: Αυτή η γενναία και μοναδική γυναίκα, αφού ξόδεψε το σύνολο της περιουσίας της στην ελληνική υπόθεση, απόμεινε μονάχα με τον πατριωτισμό και την αγάπη προς την πατρίδα, που, όπως πιστεύω, και πεντακάθαρος είναι και αφιλοκερδής। Μου έκανε φοβερή εντύπωση η δύναμη των αισθημάτων της, και η φιλοδοξία της να δει τους Έλληνες ενωμένους.
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα: Μόνο από αυτά τα λίγα λόγια της αντιλαμβάνεται κανείς το μεγαλείο της ψυχής της.
"Έχασα το σύζυγό μου. Ευλογητός ο Θεός!
Ο μεγαλύτερος γιός μου έπεσε με τα όπλα ανά χείρας. Ευλογητός ο Θεός!
Ο δεύτερος γιός μου 14 χρονών, μάχεται με τους Έλληνες και πιθανόν να βρει ένδοξο θάνατο. Ευλογητός ο Θεός!
Κάτω από την σκιά του σταυρού θα ρεύση επίσης το αίμα μου. Ευλογητός ο Θεός!
Και θα νικήσουμε ή θα πάψουμε να ζούμε, μεν, αλλά θα έχουμε την παρηγοριά ότι δεν αφήσαμε στον κόσμο πίσω μας Έλληνες υποδουλωμένους.
